Το τείχος του Καπιτωλίου

Του Πάνου Κοσμά


Pasted Graphic
Στις 9 Νοεμβρίου του 1989 έπεφτε το «τείχος του Βερολίνου», εμπεδώνοντας θριαμβικά τη νίκη της καπιταλιστικής Δύσης επί του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Μόλις 31 χρόνια και 58 μέρες αργότερα, στη μητρόπολη των θριαμβευτών του Ψυχρού Πολέμου «έπεσε» το Καπιτώλιο˙ όχι χάρη στην επιχειρησιακή δεινότητα των εισβολέων-οπαδών του Τραμπ αλλά επειδή η βορειοαμερικανική αστική δημοκρατία είναι σε προϊούσα πορεία αποσάθρωσης, με αποτέλεσμα οι «Κερκόπορτες» του Καπιτωλίου να σποδειχθούν, κυριολεκτικά και μεταφορικά, ορθάνοιχτες…

Ο «δεύτερος αμερικανικός εμφύλιος»
στην κορυφή…


Τα γεγονότα του Καπιτωλίου είναι πρωτοφανή αν μιλάμε για τη ναυαρχίδα της ιμπεριαλιστικής Δύσης. Τα διεθνή μέσα ενημέρωσης έλεγαν την ημέρα των γεγονότων ότι η κινητοποίηση του «λαού του Τραμπ» ύστερα από δικό του κάλεσμα, από το πρωί της 6ης Δεκεμβρίου, αφορούσε δεκάδες αν όχι εκατοντάδες χιλιάδες, έστω και αν στην επιχείρηση εισβολής στο Καπιτώλιο συμμετείχαν «μόνο» μερικές χιλιάδες. Ο απερχόμενος πρόεδρος κάλεσε σε κινητοποίηση για να αποτραπεί η «κλοπή της νίκης». Ο «λαός» του εισέβαλε στο Καπιτώλιο. Δεν εισέβαλε με προτεταμένα πολυβόλα γιατί δεν χρειάστηκαν καν: οι παρούσες δυνάμεις της αστυνομίας ήταν ύποπτα, μάλλον συνένοχα, ανεκτικές και συμπεριφέρθηκαν μάλλον σαν επιτροπή υποδοχής αποτελούμενη από «συναγωνιστές». Είναι άλλωστε κοινό μυστικό ότι η πλειονότητα των μελών των διάφορων αστυνομικών σωμάτων έπιναν και πίνουν νερό στο όνομά του και λειτουργούσαν σαν πραιτοριανοί του.

Ήταν η κορύφωση μιας εκλογικής-πολιτικής στρατηγικής που απέβλεπε σε δικαστικό-πολιτικό πραξικόπημα για την παραμονή του στον Λευκό Οίκο ανεξάρτητα από το εκλογικό αποτέλεσμα! Από μόνη της πρωτοφανής, μια τέτοια στρατηγική υπηρετήθηκε με επιμέρους τακτικές εξίσου πρωτοφανείς. Αρκεί να αναφέρουμε ενδεικτικά:
Πριν λίγους μήνες, ένοπλες πολιτοφυλακές του Τραμπ εισέβαλαν με πολυβόλα και μπαζούκας στη Βουλή του Μίτσιγκαν και τα έκαναν λαμπόγιαλο. Ο ίδιος ο Τραμπ στοχοποίησε την «ανεπιθύμητη» κυβερνήτη της πολιτείας με τρόπο όχι απλώς ωμό, αλλά προσομοιάζοντα με επικήρυξη!

Σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο Τραμπ κάλεσε πολιτικά προσκείμενους σε αυτόν κυβερνήτες πολιτειών να παραβλέψουν τα αποτελέσματα και να ορίσουν δικούς τους εκλέκτορες – αξιοποιώντας εν προκειμένω σχετικό «παράθυρο» του αμερικανικού Συντάγματος.(1) Άλλωστε όλη η εκλογική του στρατηγική και ιδιαίτερα η φάμπρικα των δικαστικών προσφυγών με στόχο να ξεπεραστούν συνταγματικές ημερομηνίες, σε αυτόν τον στόχο απέβλεπε.

Θα μπορούσε κανείς να προσθέσει πολλά ακόμη: τον πόλεμο του Τραμπ στα… ταχυδρομεία (το θέαμα με τους σωρούς από κατεστραμμένες κούτες που προορίζονταν να φιλοξενήσουν τις επιστολικές ψήφους), την προτροπή προς τους ψηφοφόρους του να ψηφίσουν δύο φορές, των ωμότητα των προεκλογικών του δηλώσεων (πολλές εξ αυτών στην Ευρώπη θα ήταν αντικείμενο ποινικής δίωξης).

Την επομένη των προεδρικών εκλογών τα διεθνή ΜΜΕ μετέδωσαν μια ασυνήθιστη είδηση: αστυνομικές και στρατιωτικές δυνάμεις πήραν πρωτοφανή μέτρα ασφαλείας (στα οποία περιλαμβανόταν και… αντιαεροπορική κάλυψη!) γύρω από την οικία του Μπάιντεν. Τι φοβούνταν; Ότι κάποιοι «παλαβοί» από τους πολιτοφύλακες του Τραμπ θα μπορούσαν όχι απλώς να διανοηθούν αλλά και να οργανώσουν τη δολοφονία του; Προφανώς κάτι τέτοιο θα απαιτούσε άλλα επίπεδα «επαγγελματισμού» και «ειδικών γνώσεων»…

Στις 4 Ιανουαρίου, δύο μέρες πριν την εισβολή στο Καπιτώλιο, 10 πρώην υπουργοί Άμυνας των ΗΠΑ με κοινή τους επιστολή στην «Ουάσινγκτον Ποστ» μιλούσαν ευθέως για τον κίνδυνο να μην ολοκληρωθεί ομαλά η διαδικασία μεταβίβασης της προεδρικής εξουσίας στον Μπάιντεν και να ξεσπάσει εμφύλιος πόλεμος παραπέμποντας στο προηγούμενο του 1860 και τον εμφύλιο που ξέσπασε ύστερα από την ορκωμοσία του Αβραάμ Λίνκολν. Ανάμεσα σ’ αυτούς και ο ακροδεξιός και «σκυλί του πολέμου» (και όχι μόνο μεταφορικά) Ντικ Τσένι.

Ενώ λοιπόν τα πάντα όσον αφορά τους σχεδιασμούς του Τραμπ ήταν προφανή ακόμη και για τον απλό παρατηρητή, το Καπιτώλιο βρέθηκε τόσο απροστάτευτο – κι αυτό είναι ένδειξη αν όχι απόδειξη των ισχυρών προσβάσεων του Τραμπ και των ισχυρών πολώσεων στους μηχανισμούς του βαθέος αμερικανικού κράτους.

Για να συλλάβουμε την ιστορική κλίμακα των γεγονότων, ας αναλογιστούμε προς στιγμήν με ποιες εκφράσεις θα περιγράφαμε και με ποιες εκτιμήσεις θα συνοδεύαμε τέτοια ή ανάλογα γεγονότα αν συνέβαιναν στη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία, την Ελλάδα. Αν ένοπλες πολιτοφυλακές της άκρας δεξιάς εισέβαλλαν στο δημαρχείο του Παρισιού (όπως στη Βουλή του Μίτσιγκαν) ή αν ο Μακρόν, η Μέρκελ, ο Μητσοτάκης, απερχόμενοι ύστερα από εκλογική ήττα, οργάνωναν πραξικόπημα και εισβολή στη Βουλή. Ας σκεφτούμε όλο αυτό να συμβαίνει σε πλαίσιο όπου δραστηριοποιούνται εκατοντάδες ένοπλες πολιτοφυλακές του ακροδεξιού όχλου, όπου η μάχη για την κατάληψη των δρόμων έχει ήδη εκκινήσει και όπου η «ριζοσπαστικοποίηση» στους κόλπους των κατασταλτικών σωμάτων του αμερικανικού «βαθέος κράτους» έχει κλιμακωθεί ως το σημείο να μένει ανοχύρωτο το Καπιτώλιο έναντι κινδύνου που έχει πολλαπλώς προαναγγελθεί.

…αλλά όχι μόνο

Η Wall Street απέδειξε περίτρανα στα χρόνια της προεδρίας Τραμπ ότι οι διαφορετικές αστικές στρατηγικές για την οικονομία μπορούν να συνυπάρξουν χωρίς «εμφύλιο». Στην πυκνή αρθρογραφία για την πολιτική που θα ασκήσει ο Μπάιντεν στις διεθνείς σχέσεις είναι κοινός παρονομαστής ότι η στροφή στις «εθνικές προτεραιότητες» θα συνεχιστεί -αν και όχι με την ωμότητα του Τραμπ-, ότι η άρση των επιβληθέντων από τον Τραμπ δασμών στην Κίνα δεν είναι αναμενόμενη στο άμεσο διάστημα, ότι μια νέα εμπορική συμφωνία ΗΠΑ-Κίνας δεν θα υπάρξει.(2) Βεβαίως έχει προαναγγελθεί η επιστροφή στη συνθήκη του Παρισιού για το κλίμα, στη συνθήκη για τον έλεγχο του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, στη στήριξη του ΠΟΥ, στην παλαιότερη πολιτική για τον ΟΗΕ, σε μια άλλη στάση απέναντι στην Τουρκία. Όμως όλα αυτά αφενός μένει να αποδειχθεί αν θα έχουν ουσιαστική κι όχι απλώς συμβολική αξία και αν θα έχουν «φιλειρηνικό» ισοζύγιο στην εξωτερική πολιτική – μην ξεχνάμε ότι οι Δημοκρατικοί πρόεδροι έχουν επιθετικό και φιλοπόλεμο βιογραφικό. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η στροφή στις «εθνικές προτεραιότητες» και ιδιαίτερα ο προστατευτισμός είναι στις δεδομένες συνθήκες ο ουσιαστικός πυρήνας της στροφής στις διεθνείς σχέσεις.

Πώς μπορεί να εξηγηθεί η πρωτοφανής ένταση και συμπτωματολογία της πολιτικής κρίσης κορυφής στις ΗΠΑ αν δεν προκύπτει ευθέως από αντίστοιχη ένταση «προγραμματικών διαφορών» μεταξύ των δύο πυλώνων του αμερικανικού δικομματισμού; Ο μόνος τρόπος να δώσουμε ουσιαστική απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι να εντάξουμε στο ερμηνευτικό μας σχήμα την καπιταλιστική κρίση. Η κρίση του 2008 και η κρίση του 2020 μαρτυρούν ότι είμαστε μάρτυρες της αδιέξοδης και διαρκώς περιπλεκόμενης δομικής κρίσης του νεοφιλελεύθερου μοντέλου συσσώρευσης˙ μιας κρίσης που αποτελεί συμπύκνωση και πυροδότη ταυτόχρονα πολλαπλών κρίσεων. Είναι η κρίση η μήτρα όλων των πολιτικών τεράτων˙ που γεννά «αντισυστημικά» πολιτικά φαινόμενα στα δεξιά, που εξηγεί την ανάδυση της νέας δεξιάς-ακροδεξιάς ακριβώς στα χρόνια ύστερα από την κρίση του 2008 και μόλις διαφάνηκε ότι το ξεπέρασμά της είναι προσωρινό, αβέβαιο και αδιέξοδο˙ είναι αυτές οι συνθήκες που κάνουν τμήματα των αστικών τάξεων ανασφαλή, ανυπόμονα και επιθετικά σε τέτοιο βαθμό ώστε να προσχωρούν σε πολιτικές στρατηγικές «αντισυστημικές» διαρρηγνύοντας το συνεχές των γνωστών έως πρόσφατα -και λειτουργικών για το σύστημα- main stream συστημικών λύσεων˙ είναι αυτές που εξηγούν γιατί τα «αντισυστημικά» ρεύματα της νέας δεξιάς/ακροδεξιάς εκπονούν στρατηγικές που φτάνουν μέχρι την εξ εφόδου «κατάληψη του κράτους», δηλαδή τον μετασχηματισμό του σε κράτος έκτακτης ανάγκης με δικαστικά, θεσμικά και πολιτικά πραξικοπήματα.

Ναι αλλά -θα αντιτείνει δικαιολογημένα κάποιος- η πραξικοπηματική λογική είναι κοινός παρονομαστής (όπως και η στροφή στις «εθνικές προτεραιότητες») για τις κυβερνητικές πολιτικές και ακροκεντρώων όπως ο Μακρόν και νεοδεξιών όπως ο Μητσοτάκης. Ποια είναι η ουσιαστική τους διαφορά από τον Τραμπ; Είναι σίγουρα διαφορά «αφήγησης», δηλαδή ιδεολογικής επικάλυψης, αλλά αυτό δεν συνιστά από μόνο του ουσιώδη διαφορά - έστω και αν δεν είναι ασήμαντη. Η διαφορά που είναι ουσιώδης -και δεν είναι ασφαλώς «ιδεολογική»- είναι η μετατόπιση και ρήξη στις κοινωνικές συμμαχίες της εξουσίας.

Η ρήξη αυτή δεν είναι περιορισμένα θεωρητική ή προγραμματική, δεν αφορά το ύφος και τον τόνο των προεκλογικών δηλώσεων˙ παραπέμπει σε στρατηγικές και κοινωνικές συμμαχίες εξουσίας που αναφέρονται σε διαφορετικό «λαό» και έχουν ήδη οδηγήσει στο νέο μεγάλο γεγονός που χαρακτηρίζει τις αμερικανικές εξελίξεις: τον έρποντα εμφύλιο ανάμεσα σε δύο παρατάξεις στον δρόμο. Εύκολα βρίσκει κανείς πλούσια αρθρογραφία που περιγράφει με γλαφυρά χρώματα το κλίμα και τις μεθόδους που χαρακτήρισαν όλους τους τελευταίους μήνες στις ΗΠΑ τη μάχη για την κυριαρχία στον δρόμο. Μάχη στην οποία η μία πλευρά (το μπλοκ του Τραμπ) συμμετέχει με επισήμως… καταμετρημένες πάνω από 500 πάνοπλες πολιτοφυλακές σε όλη τη χώρα, με πολιτικές δολοφονίες και «επικήρυξη» αντιπάλων, με μεθόδους επίθεσης σε συγκεντρώσεις με αυτοκίνητα και τροχόσπιτα… (Για να μη μετρήσουμε τις δυνάμεις των στρατιωτικοποιημένων σωμάτων καταστολής που μετριούνται με εκατομμύρια και πίνουν νερό στο όνομα του Τραμπ, την Εθνοφυλακή κ.λπ., που εφάρμοσαν όλους αυτούς τους μήνες ακραίες μεθόδους καταστολής πλήθους.)

Και από την άλλη, η μαζική αυτοάμυνα με χρήση πολύ πιο ήπιων μέσων και οπλισμού (παρόλο που εμφανίστηκαν και ελάχιστες ένοπλες πολιτοφυλακές μαύρων). Όχι μόνο με αφορμή τα γεγονότα που πυροδότησε η στυγνή δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ, αλλά η ίδια η προεκλογική εκστρατεία, διεξάχθηκε με όρους αντιπαράθεσης στον δρόμο ανάμεσα σε αυτά τα δύο στρατόπεδα.

Οι εκλογές δεν ήταν απλώς μια απ’ τα πάνω αντιπαράθεση όπου η μουσολινικού ύφους ωμότητα του Τραμπ ήρθε αντιμέτωπη με τη «δημοκρατική» καθεστωτική «γλίτσα» του Μπάιντεν˙ ήταν ταυτόχρονα η συνέχιση του έρποντος εμφυλίου απ’ τα κάτω με (προ)εκλογικά μέσα αλλά στο ίδιο ακριβώς κλίμα και με τις ίδιες μεθόδους της αντιπαράθεσης στον δρόμο που χαρακτήρισαν τις συγκρούσεις ύστερα από τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ.

«Μεταφασισμός»;

Η κοινωνική βάση του «τραμπισμού» ως πολιτικού «φαινομένου», δηλαδή πολιτικού ρεύματος, έχει έναν σκληρό κορμό αποτελούμενο κατά κύριο λόγο από σαλταρισμένους μικροαστούς και μεσοαστούς και δευτερευόντως από πληβειακά στοιχεία που είτε επιβιώνουν σε αυτοσχέδια καταλύματα σε πόλεις-φαντάσματα της αποβιομηχάνισης είτε λαθροβιούν μεταξύ ανεργίας και «ευέλικτης» απασχόλησης στις περιφέρειες των μεγάλων πόλεων. Οι πρώτοι, φοβούνται τον ανταγωνισμό και φαντασιώνονται ότι ο προστατευτισμός του Τραμπ θα τους προστατεύσει απ’ αυτόν˙ οι δεύτεροι, φαντασιώνονται ότι η ζωή τους θα καλυτερεύσει αν συνθλιβούν οι μετανάστες. Αμφότεροι, φαντασιώνονται ότι όλα θα γίνουν καλύτερα με το «Πρώτα η Αμερική», με τον προστατευτισμό, με ένα ισχυρό κράτος «έκτακτης ανάγκης» που θα γίνει φρούριο απέναντι σε όσους επιβουλεύονται το «μεγαλείο» των ΗΠΑ. Στο σύνολό τους, εκπροσωπούν τη λευκή Αμερική του ρατσισμού, των πατριαρχικών παραδόσεων, του μισογυνισμού και του σεξισμού, του αντικομμουνισμού (ο Τραμπ διακηρύσσει ότι ο Μπάιντεν είναι… άκρα αριστερά). Εμπνέονται από τις δουλοχτητικές παραδόσεις της βαθιάς Αμερικής και του Νότου, από την «αγωνιστική» παράδοση της Κου Κλουξ Κλαν, από τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό των Ευαγγελιστών - που είναι ρεύμα με δεκάδες εκατομμύρια πιστούς. Διαπερνώνται και γαλουχούνται από κάθε είδους ανορθολογικά ρεύματα και αντιλήψεις. Όλος αυτός ο συρφετός προϋπήρχε του Τραμπ, αλλά ο Τραμπ τον νομιμοποίησε και τον έφερε στην κεντρική πολιτική σκηνή.

Από το σύνολο του εθνικού εκλογικού ποσοστού του Τραμπ, περίπου 25-30% (σε εθνική κλίμακα), που αντιστοιχούν στο 68-70% των ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων, συγκροτούν έναν συμπαγή κορμό με τέτοια χαρακτηριστικά. Το γεγονός ότι σε δημοσκόπηση την επομένη των γεγονότων του Καπιτωλίου το εντυπωσιακό 20% πανεθνικά τάχθηκε υπέρ της εισβολής στο Καπιτώλιο, το αποδεικνύει!

Ότι ο τραμπισμός έχει τέτοια «λαϊκή βάση» δεν σημαίνει ότι η εκλογική του βάση και η κοινωνική του στήριξη εξαντλούνται σε αυτήν. Ένα σεβαστό τμήμα της αστικής τάξης (της Wall Street και των πολυεθνικών, ιδιαίτερα του περίφημου στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος, της αυτοκινητοβιομηχανίας, των πετρελαιάδων κ.λπ.) τον στηρίζει˙ το σύνολο των παραδοσιακών ψηφοφόρων του Ρεπουμπλικανικού κόμματος επίσης. Το «κόμμα Τραμπ», που δεν ταυτίζεται με το κόμμα των Ρεπουμπλικάνων, είναι κόμμα του χρηματιστικού κεφαλαίου και σημαντικών θυλάκων του αμερικανικού «βαθέος κράτους» με ισχυρό το στοιχείο της λουμπενοποιημένης μικρο-μεσοαστικής και πληβειακής βάσης. Αυτό εξηγεί πολύ καλά γιατί ο πραξικοπηματισμός της εισβολής στο Καπιτώλιο δεν είναι μια πράξη «λαϊκών ηρώων», καθαρή έκφραση αυθορμητισμού απ’ τα κάτω: χωρίς τη σύμπραξη των μηχανισμών του «βαθέος κράτους» ο λούμπεν ακροδεξιός όχλος δεν θα μπορούσε καν να προσεγγίσει το Καπιτώλιο και θα τσακιζόταν ανελέητα. Ακόμη κι ο Μπάιντεν τόνισε σε δηλώσεις του ότι «αν ήταν μαύροι…». Αυτή είναι μία -και όχι η μοναδική- μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον φασιστικό πραξικοπηματισμό και τη γνήσια λαϊκή εξέγερση.

Ενώ όμως το «κόμμα Τραμπ» εκφράζει στοιχεία συνέχειας μεταξύ νέας δεξιάς και «αντισυστημικής» ακροδεξιάς, εκφράζει επίσης σημαντικά και ευδιάκριτα στοιχεία ρήξης της συνέχειας. Το στοιχείο ρήξης της συνέχειας συνίσταται σε μια πολιτική στρατηγική που διακρίνεται από δύο νέα στοιχεία: α) τη μάχη για την κατάληψη των δρόμων και τη χρήση μεθόδων πολιτικής τρομοκρατίας(3) και β) τη χρήση άμεσα πραξικοπηματικών μεθόδων για την διατήρηση της εξουσίας. Αυτά τα στοιχεία ρήξης είναι στοιχεία που προσιδιάζουν «κανονικότατα» σε φασιστικό φαινόμενο - συνυπολογίζοντας μάλιστα το στοιχείο της λουμπενοποιημένης κοινωνικής βάσης που οργανώνεται από τα κάτω με ένοπλες πολιτοφυλακές. Τώρα που μας αποκαλύφθηκε με τον πλέον θεαματικό τρόπο ότι το «ανήκουστο» και το «πρωτοφανές» είναι νοητά για τη ναυαρχίδα του «ελεύθερου κόσμου», δεν πρέπει να φοβόμαστε τα λόγια μας. Πρόκειται για πολιτικούς σπασμούς φασιστικού φαινομένου, για «φασισμό εν τω γεννάσθαι».

Η χρήση του όρου «μεταφασισμός» για να περιγραφούν φαινόμενα πραξικοπηματισμού και πολιτικής τρομοκρατίας απ’ τα κάτω, είναι λανθασμένη για δύο λόγους: Πρώτο, επειδή το πρόθεμα «μετα» νομιμοποιείται πολιτικά μόνο αν υπάρχει ένα «προ», κι αυτό μπορεί να παραπέμπει μόνο στον φασισμό του Μεσοπολέμου. Αυτός όμως αφορά μια άλλη ιστορική εποχή με την οποία μόνο αναλογίες μπορούν να αναζητηθούν και σε καμία περίπτωση ταυτοσημίες. Δεύτερο και σημαντικότερο, επειδή η πείρα από τον φασισμό του Μεσοπολέμου έδειξε ότι δεν πρέπει να παίρνουμε υπόψη μας μόνο το γερμανικό 1933 της ναζιστικής ακμής και της νίκης, αλλά και το 1928 της ανασυγκρότησης ύστερα από τη βαριά ήττα του 1923 (το αποτυχημένο πραξικόπημα και τη φυλάκιση του Χίτλερ). Ο φασισμός δεν πρέπει να διαγιγνώσκεται μόνο όταν έχει δώσει το πλήρες του ανάπτυγμα και είναι προ των πυλών της εξουσίας, αλλά και όταν είναι ακόμη στην πρώιμή του φάση, όταν είναι «ανώριμος» ή και «φαιδρός», με «υπανάπτυκτα» τα βασικά του χαρακτηριστικά, όταν υφίσταται ήττες που μοιάζουν συντριπτικές. Ειδικά στη δική μας ιστορική συγκυρία, πολιτικά ρεύματα σαν τον «τραμπισμό» παραπέμπουν όχι σε κάποιο «μετά» αλλά σε ένα «προ», δηλαδή σε κάτι που γεννιέται μπροστά στα μάτια μας και αποτελεί απειλή όχι του απώτατου αλλά του μεσοπρόθεσμου μέλλοντος. Σε έναν «φασισμό εν των γεννάσθαι». 4
Ξαναγυρίζοντας στον ίδιο τον Τραμπ, να θυμίσουμε ότι ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι κατηγορήθηκαν επίσης για «ψυχική αστάθεια» και άλλα συναφή. Γνωρίζουμε όμως ήδη από τον Μαρξ («Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη» και «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία»), αλλά και από τον Τρότσκι (τις επεξεργασίες του για τον φασισμό στο Μεσοπόλεμο), ότι οι ηγέτες εκφράζουν συμμαχίες ταξικών συμφερόντων˙ από κει αντλούν τη δύναμή τους, κι όχι από τα «ποιοτικά» τους χαρακτηριστικά ως προσωπικοτήτων.

Κρίση του δικομματισμού:
τέσσερα κόμματα στη συσκευασία των δύο


Η κατάσταση όμως είναι εντελώς σύνθετη και «αλγεβρική» εξαιτίας του γεγονότος ότι ενώ στη μία πλευρά του «νέου αμερικανικού εμφυλίου» μάχονται -ή τουλάχιστον μάχονταν μέχρι τώρα- όσοι ακολουθούν πιστά τον Τραμπ, στην αντίπερα όχθη δεν μάχονται πιστοί οπαδοί του Μπάιντεν και των Δημοκρατικών αλλά κατεξοχήν το κοινωνικό μπλοκ μιας κοινωνικής και κινηματικής «αριστεράς χωρίς κόμμα»˙όχι υπέρ του Μπάιντεν αλλά ενάντια στον κίνδυνο που εκπροσωπεί ο Τραμπ. Σε ποσοστά πάνω από 50% όσοι/ες ψήφισαν Μπάιντεν το έκαναν όχι επειδή είναι αυτός που είναι, όχι επειδή πιστεύουν όσα επαγγέλλεται, αλλά επειδή δεν είναι ο Τραμπ, για να φύγει ο Τραμπ, χωρίς αυταπάτες για τον Μπάιντεν. Η καμπάνιες του Μπέρνι Σάντερς για τη διεκδίκηση του χρίσματος του προεδρικού υποψηφίου του Δημοκρατικού κόμματος σε αυτές και στις προηγούμενες προεδρικές εκλογές και οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι του κοινωνικού ακτιβισμού σε πολιτειακά αξιώματα και στη Γερουσία (Αλεξάντρια, Ομάρ κ.λπ.) συγκροτούν μια οιονεί ρεφορμιστική-κινηματική πτέρυγα μέσα στο δεύτερο μεγάλο αστικό κόμμα των ΗΠΑ. Η πολιτική πρωτοπορία αυτού του ρεύματος συσπειρώνεται γύρω από τη σοσιαλιστική οργάνωση DSA (Δημοκράτες Σοσιαλιστές). Στους κόλπους αυτού του ρεύματος είχε ξεκινήσει ήδη πριν τις εκλογές η συζήτηση για τη δημιουργία «τρίτου κόμματος» - αν και σε περιορισμένη κλίμακα και με πλήρη συναίσθηση ότι ο προεκλογικός χρόνος δεν ήταν ο κατάλληλος για κάτι τέτοιο. Ύστερα από την εισβολή στο Καπιτώλιο, ούτε ο άμεσος μετεκλογικός χρόνος θα αποδειχθεί «κατάλληλος». Κανείς όμως δεν μπορεί να είναι το ίδιο βέβαιος για τη συνέχεια. Όλα θα εξαρτηθούν από δύο παράγοντες: α) από το πόσο μεγάλος θα αποδειχθεί ο κίνδυνος από αυτό που εκπροσωπεί ο Τραμπ, β) από το πόσο γρήγορα και πόσο πολύ η πολιτική του Μπάιντεν θα «ξενερώσει» την πλατιά κινηματική πρωτοπορία.

Έτσι, στην εξίσωση συμμετέχουν άμεσα δύο υπαρκτά κόμματα σε κρίση, το Ρεπουμπλικανικό και το Δημοκρατικό -κρίση που είναι ομόλογη της πολιτικής κρίσης του βορειοαμερικανικού πολιτικού συστήματος-, αλλά στην εξέλιξη της κρίσης, στα επόμενα χρόνια, απ’ τον αμερικανικό δικομματισμό σε κρίση μπορεί να προκύψουν εν δυνάμει έως τέσσερα κόμματα.

Όσον αφορά το Ρεπουμπλικανικό κόμμα, το ερώτημα είναι αν ο Τραμπ θα διατηρήσει τον έλεγχό του και θα το «επανιδρύσει» -εν συνόλω- στη βάση των πρακτικών και των «ιδεωδών» που εκφράζει το τεράστιας συμβολικής σημασίας γεγονός της εισβολής στο Καπιτώλιο. Τα πρώτα δημοσκοπικά ευρήματα δείχνουν ότι, παρά την «ακρότητα» του διαβήματος, ο Τραμπ κάθε άλλο παρά απομονωμένος είναι: δεν είναι μόνο το δημοσκοπικό εύρημα ότι 20% σε πανεθνική κλίμακα επικροτεί την εισβολή στο Καπιτώλιο, αλλά ότι αυτό αυξάνεται σε σχεδόν 50% στους ψηφοφόρους του Ρεπουμπλικανικού κόμματος.

Πρέπει βεβαίως να θεωρηθεί βέβαιο πως οι τενόροι του Ρεπουμπλικανικού κόμματος, υπό την προτροπή και πίεση ισχυρών καθεστωτικών κέντρων, θα προσπαθήσουν να περιθωριοποιήσουν τον Τραμπ και να επαναφέρουν το κόμμα σε τροχιά «συνταγματικής νομιμότητας» και καθεστωτικής «ευπρέπειας». Δεν πρέπει επίσης να αποκλειστεί ότι ισχυρά κέντρα της αστικής τάξης θα επιχειρήσουν να «αποσύρουν από την κυκλοφορία» τον Τραμπ και να προχωρήσουν σε άγνωστης έκτασης «αποτραμποποίηση», χρησιμοποιώντας δικαστικά μέσα και διώξεις κατά όσων συμμετείχαν στην εισβολή στο Καπιτώλιο – αυτός ο «λεκές» κάπως πρέπει να καθαρίσει, έστω και συμβολικά.

Ωστόσο, ο Τραμπ δεν είναι απίθανο να επιβιώσει ή να τον διαδεχθεί «νομίμως» κάποιος από το περιβάλλον του και υπό την καθοδήγησή του. Σίγουρα επίσης θα εξακολουθήσει να υπάρχει ο σκληρός πυρήνας των οπαδών του σφυρηλατημένος στις μάχες στον δρόμο, ενώ το «ιδρυτικό» γεγονός της εισβολής στο Καπιτώλιο έχει τεράστια συμβολική -και όχι μόνο- αξία και επιρροή. Άμεσα, είναι πιθανό ότι θα δημιουργηθούν συνθήκες αποθάρρυνσης και αποσυσπείρωσης – όπως ύστερα από το αποτυχημένο πραξικόπημα του Χίτλερ το 1923. Στη συνέχεια όμως, το ενδεχόμενο δημιουργίας κόμματος του «τραμπισμού» είναι τουλάχιστον πιθανό, κάτι που θα προκαλέσει σημαντική ζημιά στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα. Σε μια τέτοια περίπτωση και ανάλογα με τις γενικότερες εξελίξεις στα μέτωπα των πολλαπλών κρίσεων, στις εκλογές για τη Γερουσία που θα γίνουν σε δύο χρόνια θα ήταν παρακινδυνευμένη ακόμη και η πρόβλεψη ποιο θα είναι το δεύτερο κόμμα πίσω από τους Δημοκρατικούς… (5)

Πολλά θα κριθούν από τη γραμμή και τα μέτρα επανόδου στη «συνταγματική ομαλότητα» και τη «συμφιλίωση» που θα εφαρμόσει η προεδρία Μπάιντεν. Ωστόσο, και πάλι δεν θα αποφασίσει η ευστοχία των μέτρων και των μεθόδων που θα εφαρμοστούν, αλλά τα περιθώρια που θα αφήσει η κρίση. Μια πρόσκαιρη οικονομική αναλαμπή θα φέρει μια εξίσου πρόσκαιρη πολιτική «ομαλοποίηση», αλλά τα «πολιτικά τέρατα» που γέννησε η γόνιμη μήτρα της κρίσης θα συνεχίσουν να υπάρχουν, έτοιμα ανά πάσα στιγμή να ξαναβγούν στη σκηνή. Σε μια εποχή που στελέχη του ΠΟΥ προειδοποιούν ότι πρέπει να προετοιμαζόμαστε για την/τις επόμενη/ες πανδημία/ες που θα έρθουν αναπόφευκτα, που η κρίση του μοντέλου συσσώρευσης δεν ξεπερνιέται, που έχουν πυροδοτηθεί πολλές παράλληλες κρίσεις, δεν υπάρχουν πολιτικές φόρμουλες που να εγγυώνται σίγουρα αποτελέσματα «ομαλοποίησης». Αντίθετα, το ίδιο το σχέδιο επιστροφής στην «ομαλότητα» θα μοιάζει περισσότερο με «politically correct» θωρακισμένη αυταρχική δημοκρατία παρά με τους μύθους και τις αυταπάτες για «εκδημοκρατισμό».(6) Η πολιτική μηχανική της αστικής δημοκρατίας σε κρίση, που έχει ισχυρές αναλογίες με το Μεσοπόλεμο, έχει εγκατασταθεί για τα καλά: οι Δημοκρατικοί θα επιδείξουν καθεστωτική «σοβαρότητα» με την ψευδαίσθηση ότι έτσι απομονώνουν τον Τραμπ και θεραπεύουν τις πληγές του «διχασμού»˙ οι Ρεπουμπλικανοί θα φροντίσουν να μοιάζουν αρκετά με τον Τραμπ ώστε να του στερήσουν τους οπαδούς, με την αυταπάτη ξανά ότι θα τον απομονώσουν˙ και οι δυο μαζί, θα φροντίσουν να «κανονικοποιηθεί» και έτσι να τεθεί στην υπηρεσία της «συνταγματικής τάξης» η ακροδεξιά και φασιστική «ριζοσπαστικοποίηση» στα αστυνομικά σώματα - κι ο Μπάιντεν το πιθανότερο είναι ότι θα αποδειχθεί ότι μπορεί να κάνει ακόμη λιγότερα κι απ’ όσα (δεν) μπόρεσε να κάνει ο Ομπάμα για να αντιμετωπίσει τις δολοφονικές πρακτικές από μέλη αυτών των σωμάτων.

Το «1989 της Δύσης»…

Η εισβολή στο Καπιτώλιο έχει βέβαια και τεράστια διεθνή σημασία. Συνιστά μια ευσύνοπτη χρεοκοπία της αφήγησης των νικητών του Ψυχρού Πολέμου. Η εγκαθίδρυση σε πλανητική κλίμακα της μεταπολεμικής αστικής δημοκρατίας δυτικού τύπου -και μάλιστα των καλύτερων στιγμών της, από τα μισά της δεκαετίας του ’70 μέχρι τα μισά της δεκαετίας του ’80-, σε αντιδιαστολή με τα αυταρχικά καθεστώτα του «υπαρκτού σοσιαλισμού», ήταν βασικός πυλώνας αυτής της αφήγησης. Άρκεσαν 31 χρόνια και 58 μέρες για να επισφραγιστεί η πλήρης χρεοκοπία της: η εισβολή στο Καπιτώλιο. Είχε βέβαια προηγηθεί η συστηματική φθορά και απαξίωσή της, ιδιαίτερα στα χρόνια ύστερα από την κρίση του 2008. Η σταδιακή πλην συστηματική αυταρχοποίηση των δυτικών δημοκρατιών με την ενσωμάτωση σε αυτές όλο και πιο ισχυρών στοιχείων κράτους «έκτακτης ανάγκης» την τελευταία δεκαετία δεν μπορούσε πλέον να παρουσιαστεί σαν «παράπλευρη απώλεια» και «αστοχία» στη μάχη του «ελεύθερου κόσμου» ενάντια στον «υπαρκτό σοσιαλισμό» -όπως οι δικτατορίες που εγκαθίδρυσε μεταπολεμικά ο δυτικός ιμπεριαλισμός στον Τρίτο Κόσμο. Βεβαίως, έγιναν φιλότιμες προσπάθειες ώστε ο «μεγάλος σατανάς» του «υπαρκτού σοσιαλισμού» να υποκατασταθεί από άλλους «σατανάδες»: την τρομοκρατία, τον «ισλαμοφασισμό» κ.λπ. Όμως το πρόβλημα με αυτά τα υποκατάστατα δεν ήταν η έλλειψη φαντασίας αλλά η έλλειψη πειστικότητας. Για την ακρίβεια, το να γίνουν πειστικά προϋπέθετε την ιδεολογική αποπτώχευση και τη νοσηρότητα που εκπέμπουν οι διαχειριστές και τα μίντια του καπιταλισμού. Όμως, η ιδεολογική αποπτώχευση και νοσηρότητα δεν είναι το φάρμακο αλλά το παρακολούθημα της κρίσης της αστικής δημοκρατίας.

Δεν είναι όμως μόνο η αστική δημοκρατία, σαν πραγματικότητα και επαγγελία, που χρεοκοπεί˙ χρεοκοπεί επίσης η «ελεύθερη αγορά» και η θρυλούμενη ικανότητά της να αυτορυθμίζεται, μπροστά στον νεοφιλελεύθερο «κρατισμό» των κρατικών ενισχύσεων και της πολιτικής των κεντρικών τραπεζών (που έφτασαν να σώζουν μέχρι και hedge funds και να συντηρούν ολόκληρη στρατιά εταιρειών-«ζόμπι»)˙ χρεοκοπεί η «παγκοσμιοποίηση» με όρους ειρήνης και διεθνούς συνεργασίας, μπροστά στην κρίση ηγεσίας στον καπιταλιστικό κόσμο και την όξυνση του ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού˙ χρεοκοπεί το «ελεύθερο εμπόριο» μπροστά στη γενικευμένη στροφή στις «εθνικές προτεραιότητες» και τον προστατευτισμό. Καθώς η λίστα με τις χρεοκοπίες δεν έχει τέλος, βρισκόμαστε μπροστά σε μια κρίση ηγεμονίας της οποίας η συμπτωματολογία είναι εκκωφαντική. Η εισβολή στο Καπιτώλιο ήρθε για να αποκαλύψει και συμβολίσει ταυτόχρονα αυτή τη χρεοκοπία.

Είναι το «1989» της ιμπεριαλιστικής Δύσης. Που προκαλεί ήδη ένα μεγάλο «ψυχόδραμα» στο πολιτικό προσωπικό και τους ιδεολόγους του συστήματος διεθνώς. Πώς να εξηγήσουν τα «ανεξήγητα»; Πώς να απαντήσουν στο τρομερό ερώτημα «πώς γεννήθηκε στα σπλάχνα της ηγέτιδας δημοκρατίας της ιμπεριαλιστικής Δύσης ένας τέτοιος ‘σατανάς’»; Όταν έχουν ήδη ισχυριστεί ότι για τα σταλινικά καθεστώτα φυσικοί αυτουργοί ήταν ο Λένιν και οι Μπολσεβίκοι και ηθικοί αυτουργοί ο Μαρξ και ο Ένγκελς, όταν κηρύχθηκε ένοχος ο μαρξισμός, ποιοι είναι οι φυσικοί και κυρίως οι ηθικοί αυτουργοί μέσα στο αστικό σύστημα για την ωμή πραγματικότητα της εισβολής στο Καπιτώλιο; Ποιος είναι ο ένοχος; Και το μυαλό όλο και περισσότερων πάει κάπου…

…και η εξέγερση σαν κοινωνική διαπραγμάτευση

Ωστόσο, σε αντίθεση με το 1989 και παρ’ όλες οι χρεοκοπίες που προαναφέρθηκαν, η κυριαρχία αυτού που είναι σε κρίση δεν αμφισβητείται από κάποιον που θα μπορούσε να ανακηρυχθεί νικητής ή έστω επιτιθέμενος. Στα τέλη του 2019 σε σχεδόν 20 χώρες και το 2020 στις ΗΠΑ είχαμε κύκλους εξεγέρσεων που δεν νίκησαν επειδή δεν διανοήθηκαν καν να επιδιώξουν να νικήσουν: δεν στόχευσαν να αμφισβητήσουν την καπιταλιστική κυριαρχία, αλλά λειτούργησαν σαν μοχλός κοινωνικής διαπραγμάτευσης, αντικαθιστώντας τα παραδοσιακά μέσα της κοινωνικής διαπραγμάτευσης με τις «ταραχές» της εξέγερσης. Αυτή η μετατόπιση εκφράζει ήδη μια θολή και αδιαμόρφωτη ακόμη συνείδηση: ότι δεν μπορούμε να υπερασπιστούμε -πολύ περισσότερο να διευρύνουμε- ακόμη και στοιχειώδεις δημοκρατικές και κοινωνικές κατακτήσεις χωρίς εξέγερση. Πρέπει όμως να διανυθεί και ο υπόλοιπος δρόμος μέχρι να συνειδητοποιηθεί ότι αν ο ορίζοντας της εξέγερσης παραμένουν η κοινωνική διαπραγμάτευση, η αντίσταση και ο περιορισμός των απωλειών, οι εξεγέρσεις θα ηττώνται κατ’ εξακολούθηση παράγοντας κύματα αποθάρρυνσης, αποστράτευσης και προσαρμογής στην καθεστωτική κανονικότητα. Οι εξεγέρσεις θα ηττώνται ξανά και ξανά για όσο διάστημα δεν βάζουν το ζήτημα της εξουσίας – κι όχι της κυβερνητικής, αλλά συνολικά της πολιτικής εξουσίας. Και είναι μια παράδοξη κατάσταση, αλλά απολύτως ενδεικτική της κρίσης και της ήττας της Αριστεράς, ότι το «ζήτημα της εξουσίας» τίθεται και παίζεται ανάμεσα στις μερίδες της αστικής τάξης με τους όρους που βλέπουμε σήμερα στις ΗΠΑ, ενώ η Αριστερά είναι σε λήθαργο.

Δεν θα ανοίξουμε ένα άλλον ορίζοντα πέρα από τις εξεγέρσεις της κοινωνικής διαπραγμάτευσης και της αναπόφευκτης ήττας, αν δεν οικοδομήσουμε μέσα στη δράση, τον αγώνα και την εξέγερση, μαζικά επαναστατικά κόμματα. Διότι το ζήτημα της εξουσίας δεν θα τεθεί αυθορμήτως αλλά από συλλογικά πολιτικά υποκείμενα. Ή, και αν ακόμη τεθεί «αυθορμήτως», δηλαδή στην πράξη, επειδή το «πεζοδρόμιο» θα γίνει σε συγκεκριμένες και πολύ ιδιαίτερες συνθήκες ικανό να ταρακουνήσει τα θεμέλια της αστικής εξουσίας, δεν θα τεθεί ούτε θα διεκδικηθεί συνειδητά και αποτελεσματικά.

Είμαστε σε εποχή πραξικοπημάτων και εξεγέρσεων, που στο ανάπτυγμά της μπορεί να εξελιχθεί σε εποχή πολέμων και επαναστάσεων. Αν θέλουμε να είμαστε ανταγωνιστικοί, πρέπει να μιλήσουμε για το κόμμα, τη στρατηγική, την επανάσταση, το σοσιαλισμό σαν παγκόσμιο σχέδιο - και να πράξουμε τα δέοντα. Διότι τα πολιτικά «τέρατα» του καιρού μας είναι παιδιά της καπιταλιστικής κρίσης, αλλά όχι μόνο. Για να θυμηθούμε τον Γκράμσι, η εποχή των τεράτων ορίζεται ως η εποχή που «το παλιό πεθαίνει και το νέο δεν έχει ακόμη γεννηθεί». Σε αυτή τη φράση, η πρώτη πρόταση παραπέμπει στο καπιταλιστικό αδιέξοδο των πολλών και αδιέξοδων κρίσεων˙ η δεύτερη όμως παραπέμπει στην έλλειψη ανταγωνιστικού κοινωνικού και πολιτικού υποκειμένου από το πεδίο της ταξικής πάλης.

Η εισβολή στο Καπιτώλιο μπορεί και πρέπει να είναι στιγμή αυτογνωσίας για την Αριστερά.


****


Σημειώσεις και παραπομπές
1. Βλέπε άρθρο στο Commune με τίτλο «Ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης στην Ουάσινγκτον»

2. Βλέπε σχετικά τις προβλέψεις των Financial Times για το 2021: https://www.euro2day.gr/ftcom/ftcom_gr/article-ft-gr/2059041/ft-provlepseis.html

3. Εξάλλου στην Ιστορία δεν υπάρχει απλή επανάληψη. Τα πολιτικά φαινόμενα ποτέ δεν επανέρχονται πανομοιότυπα με το παρελθόν. Υπάρχουν μόνο θεμελιώδεις αναλογίες, όχι ταυτοσημίες της μορφής αλλά ταυτοσημίες σε ουσιώδη χαρακτηριστικά.

4. Τα υψηλόβαθμα στελέχη του Ρεπουμπλικανικού κόμματος που «έβλεπαν, γνώριζαν αλλά δεν μιλούσαν επειδή φοβούνταν το «μπούλινγκ» εκ μέρους του Τραμπ και του «εξεγερμένου» λαού του, έχουν γίνει αντικείμενο κριτικής από τις πρώτες ώρες ύστερα από την εισβολή στο Καπιτώλιο. Ωστόσο, το «μπούλινγκ» είναι μια ηθελημένα αδύναμη έκφραση. Στην πραγματικότητα πρέπει να γίνει λόγος για ένα συνδυασμό μεθόδων πολιτικής τρομοκρατίας και μαφίας.

5. Όλα αυτά δεν συνιστούν προφανώς προβλέψεις, που ιδιαίτερα την επόμενη μέρα των γεγονότων και πριν ξεδιπλωθεί όλη η γκάμα των άμεσων επιπτώσεων θα ήταν προφανέστατα εντελώς επισφαλείς, αλλά την πιθανολόγηση των διαδρομών που ενδέχεται να ακολουθήσουν οι τάσεις και δυναμικές που έχουν ήδη εγκατασταθεί στον πυρήνα της πολιτικής κρίσης και παράγουν τα σημερινά εντυπωσιακά αποτελέσματα.

6. Ήδη το Foreign Affairs υποδεικνύει τη βασική ερμηνεία, άρα και την κατεύθυνση των λύσεων, διαπιστώνοντας «κενά ασφαλείας». Βλέπε: https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2021-01-07/security-threat-hiding-plain-sight