Πώς θα οικοδομηθεί η επανενωμένη ομοσπονδιακή Κύπρος;

του Νίκου Τριμικλινιώτη (1)
2020-10-08T094650Z_1_LYNXMPEG970WC_RTROPTP_4_CYPRUS-TURKEY-SHIPS

Η ιδεολογική και πολιτική διάσταση: από τον ενωτισμό στον αντι-ομοσπονδιακό λόγο

Δεν υπάρχει περίπτωση να πεισθεί κανένας από αυτούς που εσκεμμένα διαστρεβλώνουν το ζήτημα της κυριαρχίας, λόγω του ότι έτσι κι αλλιώς διαφωνούν με την Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία (ΔΔΟ). Όσοι Ελληνοκύπριοι αρνούνται την ΔΔΟ ως βάση λύσης του Κυπριακού είναι κυρίως ακροδεξιοί συνοδευόμενοι από άλλους εθνικιστές-σοβινιστές, διαφόρων ιδεολογικών αποκλίσεων, που θεωρούν ότι η Κύπρος είναι ένα και πρέπει να παραμείνει εσαεί ελληνικό νησί όπου έχει εγκαθιδρυθεί από το 1960 ένα δεύτερο ελληνικό κράτος, η «μικρά Ελλάς». Προφανώς είναι διατεθειμένοι να δεχτούν μια διχοτομημένη χώρα στην οποία να υπάρχει ένα αμιγώς ελεγχόμενο κράτος από τους Ελληνοκύπριους, παρά να μοιράζουν την εξουσία με τους Τουρκοκύπριους. Θέλουν λύση που να μετατρέπει τους Τουρκοκύπριους από κοινότητα -που ήταν σύμφωνα με το σύνταγμα του 1960- σε μειονότητα.

Απαρχές και εξέλιξη της ελληνο-κυπριακής στρατηγικής

Στον πυρήνα του εγχειρήματος βρίσκεται μια εμμονή στον εθνοτικό πλειοψηφισμό, ως στρατηγική της ελληνοκυπριακής αστικής τάξης τουλάχιστον από το 1963 που επέβαλε αναθεώρηση των 13 σημείων του συντάγματος το οποίο επιβλήθηκε με το λεγόμενο «δόγμα της ανάγκης» από 1964 (2). Από το 1958, υπό τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο, η ε/κ αστική τάξη στρέφεται από την ένωση προς την ανεξαρτησία (3). Αυτό είναι τεράστιο ιστορικό ζήτημα. Ήταν απλώς μια τακτική υποχώρηση που κάτω από τον φόβο της διχοτόμησης αποδεχόταν αυτήν την επιλογή ως ενδιάμεσο στάδιο προς την ένωση; Τι ήταν και τι είναι σήμερα η ένωση και ο ενωτισμός ως ιδεολογία; Η ένωση ήταν μια «ιδεαλιστική ουτοπία» η οποία έκανε τους ε/κ αιθεροβάμονες που αδυνατούσαν να δουν τα πραγματικά πολιτικά δεδομένα, ή μήπως πρόκειται για εθνικιστική ιδεολογία που χρησιμοποιούνταν εργαλειακά από την αστική τάξη για να επιβληθεί επί των κομμουνιστών και των Τουρκοκυπρίων; Το ζήτημα (4) παραμένει ανοικτό.

Οι Μηλιός και Κυπριανίδης (1988) θεωρούν ότι τότε πρωτεύοντα ρόλο στον καθορισμό των εξελίξεων στην Κύπρο είχε «η δυναμική των ταξικών πολιτικών σχηματισμών […], η διαμόρφωση πρώτα απ’ όλα μιας αυτόχθονης ελληνοκυπριακής αστικής τάξης και (με τις συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου) ελληνοκυπριακής πολιτικής εξουσίας και δευτερευόντως η δυναμική των διεθνοπολιτικών συσχετισμών.

Αν όμως αυτό παραμένει ανοικτό ερώτημα για την προ της ανεξαρτησίας περίοδο, μετά την ανεξαρτησία τα πράγματα ξεκαθαρίζουν, με την διαμόρφωση πραγματικών υλικών συμφερόντων στο κράτος που κάνουν την ελληνοκυπριακή αστική τάξη να στραφεί αποφασιστικά στην ανεξαρτησία, εξοβελίζοντας τους Τουρκοκύπριους σε μειονότητα χωρίς ουσιαστική συμμετοχή στην εξουσία στη βάση του «κυπριακού καθεστώτος εξαίρεσης» (5) που έχει την τάση να διευρύνεται και να υπονομεύει τη δημοκρατία και τα δικαιώματα στη χώρα (6).

Παρά το γεγονός ότι στον εθνικιστικό πλειοψηφισμό ηγεμονεύει η ακροδεξιά, υπάρχει και ένα τμήμα της ελληνικής και ελληνοκυπριακής Αριστεράς που είναι κι αυτό εθνικιστικό, διαστρεβλώνοντας τη βασική μαρξιστική θέση για το εθνικό ζήτημα στη Κύπρο (7). Ωστόσο, η ένωση ως ιδεολογικός και πολιτικός προσανατολισμός έχει ηττηθεί, και υιοθετείται πλέον μόνο από νεοναζιστικά και άλλα περιθωριακά παραφασιστικά σχήματα. Σήμερα η ε/κ ακροδεξιά και τα απομεινάρια της ΕΔΕΚ (εθνικιστική σοσιαλδημοκρατία) που ερωτοτροπεί με την ακροδεξιά υποστηρίζουν το ενιαίο κράτος, είναι θανάσιμοι πολέμιοι της ΔΔΟ και επιχειρούν με κάθε τρόπο να παρουσιάσουν την ομοσπονδία σαν διχοτόμηση ή/και σαν ρατσιστική λύση. Εξ ου και η συστηματική απόπειρά τους να διαστρεβλώσουν, επιμένοντας ότι η ΔΔΟ δεν είναι στην πραγματικότητα ομοσπονδία (δηλαδή εσωτερική διάρθρωση ενός κυρίαρχου κράτους-υποκείμενου του διεθνούς δικαίου) αλλά συνομοσπονδία (δηλαδή χωριστά κράτη συνεργαζόμενα σε κάποια θέματα).

Ποια ομοσπονδία; Περί πολιτικής ισότητας, κυριαρχικής ισότητας και χωριστών κρατών

Φαίνεται ωστόσο να υπάρχει σύγχυση περί της πολιτικής και την κυριαρχικής ισότητας ακόμα και από κάποιους που υποστηρίζουν τη ΔΔΟ. Για παράδειγμα, ο Διονύσης Διονυσίου («Δύο βέτο από την Λουτ και ένα βρετανικό σχέδιο – Ασκήσεις επί χάρτου στο προεδρικό για Κυπριακό», Πολίτης, 07/02/2021), περιπίπτει σε ένα σύνηθες σφάλμα. Παραθέτω αυτούσιο το σχόλιό του:

«Ο Τούρκος ΥΠΕΞ έκανε λόγο για κυριαρχική ισότητα, η οποία ‘‘προσφέρει τη δυνατότητα δύο κρατών’’. Στην πραγματικότητα ο όρος ‘‘κυριαρχική ισότητα’’ δεν είναι καινούργιος. Συμφωνήθηκε στο έγγραφο των συγκλίσεων του Κυπριακού, μεταξύ Χριστόφια – Ταλάτ αλλά και στο κοινό ανακοινωθέν της 11ης Φεβρουαρίου 2014. Η κυριαρχική αυτή ισότητα εκφράζεται μέσα από τη διατύπωση ότι ‘‘Καμιά πλευρά δεν μπορεί να διεκδικήσει εξουσία ή δικαιοδοσία επί της άλλης πλευράς.’’ Και ακόμη, ότι ‘‘δεν υπάρχει ιεραρχία μεταξύ της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και των δύο συνιστώντων ομοσπονδιακών κρατιδίων.’’».

Θεωρώ σοβαρό πολιτικό και νομικό σφάλμα την ερμηνεία αυτή για την κυριαρχική ισότητα˙ συγχέει την ομοσπονδία (ένα κράτος ως διεθνές υποκείμενο) με τη συνομοσπονδία (χωριστά κράτη ως διεθνή υποκείμενα), κι αυτό άθελά του δίνει λαβή στους απορριπτικούς. Δεν υπάρχει πουθενά και δεν συνάγεται «κυριαρχική ισότητα» στις συγκλίσεις Χριστόφια-Ταλάτ. Στο 77σέλιδο έγγραφο Dοwner αναφέρεται η λέξη «sovereignly» με κόκκινο, που μεταφράζεται ως «κυρίαρχα» σε σχέση με την άσκηση εξουσιών από τα συστατικά κρατίδια ή τις ομόσπονδες πολιτείες. Σε ελεύθερη μετάφραση το σχετικό σημείο του έγγραφου αναφέρει (με κόκκινα οι τ/κ θέσεις και μπλε οι ε/κ, σελ. 20):

«Τα συνιστώντα κράτη / ομόσπονδες πολιτείες θα έχουν ισότιμο στάτους. Εντός των ορίων του Συντάγματος και των εδαφικών τους ορίων, οι ομόσπονδες πολιτείες / συνιστώντα κράτη, ασκούν κυριαρχικά τις αρμοδιότητες που τους έχουν οριστεί/εκχωρηθεί από το Ομοσπονδιακό Σύνταγμα /δεν εκχωρείται /ορίζονται από το Σύνταγμα στην Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση, οργανώνονται ελεύθερα σύμφωνα με τα Συντάγματά τους».

Η σύγχυση ίσως υπάρχει διότι η έννοια της κυριαρχίας χρησιμοποιείται διαφορετικά στο διεθνές δίκαιο και με άλλο τρόπο από τους συνταγματολόγους. Η έννοια της «κυριαρχίας» χρησιμοποιείται στο διεθνές δίκαιο ως χαρακτηριστικό των κρατών που έχουν «κυριαρχική ισότητα» και που ασκούν εντός του εδάφους τους «κυριαρχία». Ωστόσο, χρησιμοποιείται διαφορετικά από κλασικούς νομομαθείς περί ομοσπονδιών που χρησιμοποιούν τον όρο «κυρίαρχα» με τρόπο που δεν αναφέρεται στο διεθνές στάτους της χώρας ως υποκείμενο του διεθνούς δικαίου, αλλά στην άσκηση αρμοδιοτήτων. Ο K.C. Wheare στο κλασικό του έργο «Ομοσπονδιακή διακυβέρνηση» (8), χρησιμοποιεί την αγγλική έννοια «supreme» (υπέρτατος ή κυρίαρχος) όταν αναφέρεται στην άσκηση της εξουσίας με την έννοια της αρμοδιότητας που πηγάζει πρωτογενώς και εκχωρείται στις ομόσπονδες πολιτείες από το ομοσπονδιακό σύνταγμαμ που είναι ο υπέρτατος νόμος (supreme) ή όπως λέμε συχνά «κυρίαρχος», που υπερτερεί έναντι των υπόλοιπων πηγών δικαίου. Όπως καταδεικνύει ο Wheare (σελ. 2) στην περίπτωση των ΗΠΑ, μια αδιαμφισβήτητη ομοσπονδία, «τα κράτη είναι εξίσου υπέρτατα/κυρίαρχα στη σφαίρα τους», υπέρ του γενικού συμπεράσματός του ότι είναι «απαραίτητο για την ομοσπονδιακή αρχή» ότι «κάθε κυβέρνηση [δηλ. κεντρική και περιφερειακή] πρέπει να περιορίζεται στη δική της σφαίρα και, εντός αυτής της σφαίρας, θα πρέπει να είναι ανεξάρτητη από την άλλη». (σελ. 14) Ο ορισμός που δίνει στο κλασικό του έργο (σελ. 33):

«Το τεστ που εφαρμόζω για τις ομοσπονδιακές κυβερνήσεις είναι απλό: Μήπως ένα σύστημα διακυβέρνησης ενσωματώνει κατά κύριο λόγο έναν καταμερισμό αρμοδιοτήτων μεταξύ γενικών και περιφερειακών αρχών, καθεμία από τις οποίες, στη δική της σφαίρα, συντονίζεται με άλλες και ανεξάρτητες από αυτές; Εάν ναι, αυτή η κυβέρνηση είναι ομοσπονδιακή».

Παρά το ότι είναι η τ/κ πλευρά που είχε προτείνει τη χρήση του όρου «sovereignly» (κυριαρχικά) στο έγγραφο Dοwner, πράγμα που μπορεί να προκαλεί υποψίες σε ε/κ, αυτό καθόλου δεν σημαίνει ότι εμφανίζεται η έννοια της κυριαρχικής ισότητας ως υποκείμενο του διεθνούς δικαίου.

  • Πρώτο, όπως ξεκαθαρίζει το έγγραφο Dοwner ως βασικές αρχές, τούτο αποκλείεται: ορίζεται ακριβώς ο διεθνής χαρακτήρας της επανενωμένης Ομοσπονδιακής Κυπριακής Δημοκρατίας ως ενιαίος και αδιαίρετος.
  • Δεύτερο, υπάρχει ρητός ορισμός της πολιτικής ισότητας, που που διέπει τη διζωνικότητα, η οποία παραπέμπει στα σχετικά ψηφίσματα του ΣΑ του ΟΗΕ.
  • Τρίτο, εν πάση περιπτώσει δεν το είχε αποδεχθεί η ε/κ πλευρά - προς αποφυγή της όποιας σύγχυσης.
Ακόμα όμως και αν γίνει αποδεκτή η τ/κ θέση και χρησιμοποιηθεί η λέξη sovereignly, δεν αλλάζει ο διεθνής χαρακτήρας που αναφέρεται στην Ομοσπονδιακή Κυπριακή Δημοκρατία, εφόσον είναι ξεκάθαρο στο έγγραφο Dοwner όταν ορίζει ως βασικές αρχές τα εξής (σελ. 24):

«Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων τον Ιανουάριο του 2010, υπήρξε μια αρχική κατανόηση για τις ακόλουθες βασικές αρχές:

i) Η Ομοσπονδιακή Κυπριακή Δημοκρατία θα έχει μια ενιαία κυριαρχία που είναι αδιαίρετη και προέρχεται εξίσου από Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους.

ii) Εντός των ορίων του Συντάγματος, ασκούν αποκλειστικά και ανεξάρτητα τις εξουσίες που δεν κατοχυρώνει το Σύνταγμα στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση.»

Σε σχέση με το διεθνές δίκαιο, αυτό σημαίνει ότι δεν επιδέχεται καμία παρερμηνεία. Από πουθενά, λοιπόν, δεν συνάγεται η «κυριαρχική ισότητα» στις συγκλίσεις Χριστόφια - Ταλάτ. Τώρα τι έκανε και κάνει ο Νίκος Αναστασιάδης, ουδείς γνωρίζει - ίσως ούτε και ο ίδιος.


****

(1) Καθηγητής, επικεφαλής του Κέντρου για τα Θεμελιώδη δικαιώματα, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας.

(2) Τριμικλινιώτης, Ν. (2010) Η διαλεκτική του έθνους-κράτους και το καθεστώς εξαίρεσης – συνταγματικές και κοινωνιολογικές μελέτες για την ευρωκυπριακή συγκυρία και το εθνικό ζήτημα Σαββάλας, σελ. 158-201.

(3) Καλπαδάκης, Γ. (2020) Κυπριακό 1954-1974, Στοχαστικές προσαρμογές και ο αιώνιος δηληγιαννισμός, Παπαζήσης.

(4) Οι Κυπριανίδης-Μηλιός έθεσαν μια εντελώς διαφορετική οπτική για τις πολιτικό-ταξικές συντεταγμένες του Κυπριακού, βλ. Μηλιός, Γ. και Κυπριανίδης, Τ. (1988α), «Το Κυπριακό μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο – Η ελληνική και ελληνοκυπριακή στρατηγική Μέρος Α΄» , Θέσεις, τ. 25, «Το Κυπριακό μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο – Η ελληνική και ελληνοκυπριακή στρατηγική Μέρος Δ΄», Θέσεις, τ. 29, «Το Κυπριακό μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο – Η ελληνική και ελληνοκυπριακή στρατηγική Μέρος Ε΄», Θέσεις, τ. 31 και Κυπριανίδης, Τ. και Μηλιός, Γ. (1988α), «Το Κυπριακό μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο – Η Ελληνική και Ελληνοκυπριακή στρατηγική Μέρος Β΄», Θέσεις, τ. 26 και «Το Κυπριακό μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο – Η Ελληνική και Ελληνοκυπριακή στρατηγική Μέρος Γ΄», Θέσεις, τ. 28.

(5) C. M. Constantinou (2008), «On the Cypriot states of exception», International Political Sociology, Vol. 2: 145–164. Ν. Τριμικλινιώτης (2010), Η διαλεκτική του έθνους-κράτους και το καθεστώς εξαίρεσης – συνταγματικές και κοινωνιολογικές μελέτες για την ευρωκυπριακή συγκυρία και το εθνικό, Σαββάλας, Αθήνα.

(6) Ν. Τριμικλινιώτης (2018), «The proliferation of Cypriot states of exception, The Erosion of Fundamental Rights as Collateral Damage of the Cyprus Problem», Cyprus Review, Volume 30:2, Fall: 43-84.

(7) Τριμικλινιώτης, Ν. (2005) «Το εθνικό ζήτημα, η Αριστερά και το Κυπριακό: Αντιμπεριαλισμός ή αντι-εθνικισμός;», Θέσεις, Τεύχος 92, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2005.

(8) Federal Government, 4th ed Oxford: University Press, 1963.