To προσφυγικό ως εμπόριο «ασφάλειας»

του Νίκου Κουραχάνη*
banner10

Η πολιτική συγκυρία

Η υπουργοποίηση της βουλευτού της ΝΔ Σοφίας Βούλτεψη στο χαρτοφυλάκιο της κοινωνικής ένταξης μεταναστών, μιας πολιτικού που έχει συστηματικά εκφέρει ρατσιστικό λόγο, δεν αποτελεί απερίσκεπτη και πολιτικά άστοχη επιλογή. Αντίθετα, εμπεριέχει ευρύτερες συνδηλώσεις που συναρμόζονται πλήρως με το ήθος και τις στοχεύσεις της κοινωνικής πολιτικής που υπηρετεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Η κυβερνητική παντοδυναμία σε επίπεδο πολιτικής εξουσίας της προσφέρει περιθώρια απογείωσης μιας εξόχως επιθετικής πολιτικής.

Η πολιτική αυτή είναι έντονα διαποτισμένη από στοιχεία ρεβανσισμού για την τετραετία 2015-2019, κατευθυνόμενη εις βάρος κοινωνικών ομάδων που θεωρεί ότι απολαμβάνουν την υποστήριξη του αντίπαλου ιδεολογικού στρατοπέδου. Δεν είναι τυχαίο ότι οι νέοι, οι κοινωνικοί επιστήμονες, ο καλλιτεχνικός κόσμος, θεσμοί που προάγουν την κριτική σκέψη, όπως το δημόσιο πανεπιστήμιο, τα κοινωνικά κινήματα εν γένει και οι ευάλωτοι πληθυσμοί, όπως οι μετανάστες και οι πρόσφυγες, προβάλλονται ως θύλακοι ανομίας ή ανευθυνότητας που συνιστούν απειλή για την ελληνική κοινωνία.

Η εξαπόλυση της κυβερνητικής επίθεσης εναντίον των κοινωνικών ομάδων που δεν εκφράζουν τα συμφέροντα που εκπροσωπεί, προϋποθέτει την ανεύρεση και επισύναψη επιβαρυντικών στοιχείων που νομιμοποιούν και προκρίνουν, κατά προέκταση, την τιμωρητική μεταχείρισή τους. Κατά τη δεκαετία των μνημονιακών πολιτικών και ιδιαίτερα στο τρέχον περιβάλλον της πανδημικής κρίσης, με την καταλυτική υποστήριξη των συστημικών ΜΜΕ στη χειραγώγηση της κοινής γνώμης, οι έννοιες της ατομικής ευθύνης και της ασφάλειας εισήλθαν δυναμικά στην καθημερινότητα της δημόσιας ζωής.

Ασφάλεια, προσφυγικό και νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση

Στη διεθνή βιβλιογραφία τις τελευταίες δεκαετίες το δόγμα της ασφάλειας προβάλλεται σαν η θεμελιώδης πολιτική πρακτική που αξιοποιεί η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία για τη νομιμοποίηση του πολιτικού προγράμματός της στο κοινωνικό πεδίο. Το πολιτικό πρόγραμμα του νεοφιλελευθερισμού προτάσσει την ελαχιστοποίηση της κοινωνικής προστασίας ως σημαίνουσα διάσταση της απελευθέρωσης της αγοράς. Επομένως, οι ευάλωτες κοινωνικά ομάδες απαιτείται να «κατασκευαστούν» από τον νεοφιλελεύθερο λόγο με χαρακτηριστικά απειλής, ώστε οι πολιτικές που θα προκριθούν, να μην προάγουν την κοινωνική ενσωμάτωση, την κοινωνική συνοχή και πολλά άλλα ακαδημαϊκά ιδεώδη της κοινωνικής πολιτικής, αλλά το πρόταγμα της ασφάλειας.

Η υιοθέτηση στοιχείων αυταρχικοποίησης, όπως το δόγμα της τάξης και της ασφάλειας, και η αξιοποίηση των συνθηκών έκτακτης ανάγκης, όπως η οικονομική κρίση και η πανδημία Covid-19, θεωρούνται απαραίτητες προκειμένου να διατηρηθεί το σχέδιο ελαχιστοποίησης της κοινωνικής προστασίας μέσω της διαδικασίας επαν-εμπορευματοποίησης των κοινωνικών αγαθών. Σε αυτές τις συνθήκες φαινόμενα δημοκρατικών εκτροπών, στέρησης δικαιωμάτων και ελευθεριών εκλαμβάνονται σαν θεμιτές προϋποθέσεις για τη διατήρηση του κυρίαρχου καθεστώτος. Στον βωμό της ιδιωτικοποίησης της κοινωνικής πολιτικής, ο ευτελισμός και η προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ακόμα και η ολοκληρωτική εξάλειψή της, θεωρούνται λελογισμένες ενέργειες για τους ευάλωτους πληθυσμούς που κατασκευάζονται με «απειλητικά» χαρακτηριστικά. Έτσι, όπως συχνά αναφέρεται στο πεδίο των διεθνών σχέσεων, οι πρακτικές ασφαλειοποίησης (securitization) είναι οι διαδικασίες μέσω των οποίων οι κρατικοί δρώντες μετασχηματίζουν υποκείμενα σε θέματα «ασφάλειας». Πρόκειται για μια ακραία εκδοχή πολιτικής πρακτικής που επιτρέπει τη λήψη έκτακτων μέτρων, εφόσον έχουν κατασκευαστεί οι απαιτούμενες συνθήκες «ανασφάλειας».

Το προσφυγικό μπορεί να εξεταστεί ως ένα πεδίο που ενσωματώνει πολλά (αν όχι όλα) από τα παραπάνω συστατικά στοιχεία της νέας αυταρχικοποιημένης και αντικοινωνικής πραγματικότητας. Το γεγονός ότι έχει καταστεί θύμα πολύπλευρης εργαλειοποίησης (ΕΕ, Ελλάδα, Τουρκία) συνιστά αποχρώσα ένδειξη ότι αξιοποιείται ευρύτερα για την ενδυνάμωση του δόγματος της καταστολής.

Η διαχείριση του προσφυγικού ως ζητήματος «ασφάλειας» καλλιεργείται συστηματικά στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης εδώ και τρεις, τουλάχιστον, δεκαετίες. Οι επιμέρους σταθμοί αυτής της πολυετούς διαδρομής εμπλούτισαν το ευρωπαϊκό χαρτοφυλάκιο της μετανάστευσης με πρακτικές όπως η ισχυροποίηση του συνοριακού ελέγχου, η στρατιωτική αντιμετώπιση των μεταναστευτικών και προσφυγικών ρευμάτων και το στοίβαγμα, όσων κατάφεραν να μην πνιγούν, στα κράτη-μέλη που αποτελούν πύλες εισόδου της ΕΕ, προκειμένου να «προστατευθούν» οι οικονομικά ισχυρές χώρες της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης.

Η ένταση της ασφαλειοποίησης την τελευταία πενταετία αποκρυσταλλώθηκε με ποικίλους τρόπους, βασικότερος εκ των οποίων είναι η πολυσυζητημένη κοινή δήλωση ΕΕ-Τουρκίας. Με κεντρικό επιχείρημα την ανάσχεση της «παράτυπης» μετανάστευσης, τα hotspots ορίστηκαν ως το βασικό σημείο υποδοχής και ταυτοποίησης. Όπως έχει και αλλού αναφερθεί (1), ο συγκεκριμένος τρόπος διαχείρισης του προσφυγικού από την Ε.Ε. συνυφαίνεται με χαρακτηριστικά βιοπολιτικής και θανατοπολιτικής. Πρόκειται για ζωές που απογυμνώνονται και, άρα, η διατήρησή τους δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Η σμίλευση ενός πλαισίου διαχείρισης του προσφυγικού με τα hotspots και τους καταυλισμούς επικουρεί την απαξίωση της ανθρώπινης ζωής.

Οι καταυλισμοί στέγασης προσφύγων επιτελούν βιοπολιτικές λειτουργίες. Η διαμόρφωση μαζικών χώρων στέγασης σε ακατάλληλες συνθήκες διαμονής και αποκομμένων από τον αστικό ιστό διαμορφώνουν ζωές που οδηγούνται σε απογύμνωση από οτιδήποτε νοείται ως αξιοβίωτο. Η πολιτική διαχείριση του προσφυγικού με επίκεντρο τα hotspots φανερώνει τους ρατσιστικούς και απάνθρωπους τρόπους μεταχείρισής τους. Πέρα από τις φυσικές συνθήκες της κοινωνικής εξαθλίωσης, οι πρόσφυγες απογυμνώνονται, επίσης, από την ανθρώπινη αξιοπρέπεια μέσω του στιγματισμού τους σαν υγειονομικά και κοινωνικά επικίνδυνων. Ο συνδυασμός αυτών, όπως και άλλων, παραμέτρων καθιστούν το όριο μεταξύ κοινωνικού και βιολογικού θανάτου δυσδιάκριτο. Η έννοια της θανατοπολιτικής έχει ασκήσει σημαντική επιρροή στη μελέτη των σύγχρονων πολιτικών διαχείρισης του προσφυγικού. Η διαμόρφωση αυτών των απάνθρωπων στεγαστικών συνθηκών είναι πολιτική επιλογή της Ε.Ε.

Η Ελλάδα ως εργολάβος πολιτικών ασφάλειας και θανάτου

Το ελληνικό κράτος από το μεταναστευτικό καλοκαίρι του 2015 και έπειτα επιτελεί ρόλο δικαιοδόχου των θανατοπολιτικών πολιτικών που έχει σχεδιάσει η ΕΕ σε κοινοτικό επίπεδο. Οι εγχώριες κοινωνικές πολιτικές για τους αιτούντες άσυλο και τους πρόσφυγες μπορούν να θεωρηθούν ένα απολύτως ενδεικτικό παράδειγμα αυτής της κατασταλτικής λογικής. Στη μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων, η στεγαστική φιλοξενία τους εξακολουθεί να επιτελείται σε καταυλισμούς κάτω από δυσμενείς και απάνθρωπες συνθήκες. Δεν χρειάζεται να πάμε μακριά ή να προσπαθήσουμε πολύ για να αναμοχλεύσουμε παραδείγματα από τα χιλιάδες στιγμιότυπα εξαθλίωσης. Αρκεί να θυμηθούμε τις πρόσφατες εικόνες με τις σκηνές μέσα στον χιονισμένο και λασπωμένο Καρά Τεπέ της Λέσβου.

Στο βιβλίο Πολιτικές στέγασης προσφύγων που κυκλοφόρησε το 2019 από τις εκδόσεις Τόπος γίνεται εκτενής αναφορά στις συνθήκες διαβίωσης στους καταυλισμούς. Οι συνθήκες στα hotspot είναι στεγαστικά και υγειονομικά ακατάλληλες. Αυτό εκφράζεται κατ’ αρχάς με το φαινόμενο της υπερπληρότητας (overcrowding), δηλαδή της διαμονής πολλών ατόμων σε οικήματα λίγων τετραγωνικών μέτρων ή στην ύπαιθρο. Πολλοί άνθρωποι αναγκάζονται για μεγάλο χρονικό διάστημα και κάτω από ακατάλληλες καιρικές συνθήκες να διαμένουν σε σκηνές πλησίον των hotspot αναμένοντας μια θέση στέγασης σε αυτά.

Άλλα ζητήματα που αναδεικνύονται είναι οι κακές υγειονομικές συνθήκες στα hotspot. Πρόκειται για την πρόκληση υγειονομικών κινδύνων που απειλούν ευθέως τις ζωές τους. Μια τρίτη παράμετρος είναι ότι αυτές οι κατασκευές δεν πληρούν τις προδιαγραφές επαρκών στεγαστικών συνθηκών. Με άλλα λόγια, είναι κατασκευές ακατάλληλες για μεσο-μακροπρόθεσμη κατοίκηση. Μια τελευταία σημαντική διάσταση είναι η έλλειψη εξειδικευμένων δομών κοινωνικής φροντίδας.

Οι συνθήκες στεγαστικής διαβίωσης στους καταυλισμούς της ενδοχώρας χαρακτηρίζονται επίσης από σοβαρές ανεπάρκειες και πληρότητα στο 100%, ιδιαίτερα στα αστικά κέντρα. Σε όχι λίγες περιπτώσεις, οι συγκεκριμένοι όροι διαβίωσης απειλούν ευθέως την ανθρώπινη ζωή. Σε πολλούς καταυλισμούς αναφέρονται φαινόμενα υπερπληρότητας. Πρόκειται για στεγαστικές συνθήκες που δεν είναι σε θέση να καλύψουν τις βασικές ανθρώπινες ανάγκες. Επιπρόσθετα, αντιμετωπίζουν προβλήματα νομικής υπόστασης και δυνατότητας ελέγχου τους. Οι δυσμενείς στεγαστικές συνθήκες, κατά κύριο λόγο, αποδίδονται στην απουσία κεντρικού σχεδιασμού και συντονισμού των εμπλεκόμενων φορέων και υπηρεσιών. Σημαντικά είναι και τα προβλήματα που ανακύπτουν εξαιτίας της ολιγωρίας στην εφαρμογή των σχετικών διατάξεων για την αντιμετώπιση αυτών των παθογενειών και της μη αποτελεσματικής αξιοποίησης των διαθέσιμων οικονομικών πόρων.

Οι μορφές στέγασης με στοιχειωδώς αποδεκτά κοινωνικά χαρακτηριστικά μειοψηφούν και δίνουν την εντύπωση ότι επιτελούν μάλλον νομιμοποιητικό ρόλο ως προς τις κυρίαρχες στρατοπεδικές μορφές κατοίκησης. Στις στεγαστικές παρεμβάσεις που επιδιώκουν τη φιλοξενία σε κοινωνικά διαμερίσματα ή τη χορήγηση επιδομάτων ενοικίου ο στόχος της κοινωνικής ενσωμάτωσης δεν προάγεται ουσιαστικά και ολοκληρωμένα. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι η πραγματική στόχευση των κοινωνικών πολιτικών για τους αιτούντες άσυλο είναι η κοινωνική περιθωριοποίηση με σκοπό τη διαμόρφωση της εικόνας ότι η Ελλάδα και η Ευρώπη δεν είναι ελκυστικοί προορισμοί για πρόσφυγες και μετανάστες.

Πανδημία, προσφυγικό και εμπόριο ασφάλειας:
Ο Θάνατος ως μια Επαναλαμβανόμενη Πολιτική Επιλογή

Η περίοδος διασποράς του Covid-19 συμπορεύεται με τη διασπορά καταστολής και αυταρχισμού από τη νέο-συντηρητική διακυβέρνηση του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας. Η παρούσα κυβέρνηση έχει μέχρι σήμερα στιγματιστεί από το εκτεταμένο εμπόριο «ασφάλειας» που απευθύνεται στο συντηρητικό κοινό της, προκειμένου να αποπροσανατολίσει από τα εντεινόμενα σχέδια ιδιωτικοποίησης του κοινωνικού κράτους που περιλαμβάνει η πολιτική της ατζέντα (ενδεικτικά: σχέδιο Πισσαρίδη, πτωχευτικός νόμος, ισοτιμία επαγγελματικών δικαιωμάτων κολλεγίων και κρατικών ΑΕΙ, ιδιωτικοποίηση της υγείας μέχρι την εμφάνιση της πανδημίας).

Ταυτόχρονα, με τις μαζικές προσλήψεις προσωπικού στα σώματα ασφάλειας, ισχυροποιεί την εκλογική της πελατεία με την παράλληλη ισχυροποίηση των μηχανισμών καταστολής για την κατάπνιξη των επακόλουθων κοινωνικών αντιστάσεων κατά την εφαρμογή των σχεδιασμένων κοινωνικών απορρυθμίσεων. Σε αυτό το εμπόριο ασφάλειας δύνανται να αναφερθούν πολλά παραδείγματα που υποδηλώνουν ότι η στρατηγική της καταστολής δεν αφορά μόνο τους μεταναστευτικούς και προσφυγικούς πληθυσμούς αλλά ευρύτερα όσες κοινωνικές ομάδες θεωρεί ότι δεν αντιπροσωπεύουν τα συμφέροντα που υπηρετεί (καταλήψεις στέγης, διαδηλώσεις, φοιτητική και ακαδημαϊκή κοινότητα εν γένει).

Το προσφυγικό είναι, λοιπόν, ανάμεσα σε πολλές άλλες περιπτώσεις, ένα παράδειγμα που το εμπόριο «ασφάλειας» κεφαλαιοποιείται για την ικανοποίηση του συντηρητικού εκλογικού κοινού ή τον κατευνασμό του στην κατάφωρη εμπορευματοποίηση του κοινωνικού κράτους. Δεν είναι τυχαίο ότι οι καταλήψεις στέγης, που έσωσαν την τιμή του ευρωπαϊκού πολιτισμού στην πενταετία των ευρωπαϊκών θανατοπολιτικών, στοχοποιήθηκαν συστηματικά. Πολλές από αυτές εκκενώθηκαν από τις δυνάμεις καταστολής στο όνομα ακριβώς της «ασφάλειας», ενίοτε με κωμικοτραγικά αποτελέσματα και παραβιάζοντας κατάφωρα το κράτος δικαίου (βλ. περίπτωση Ινδαρέ).

Η συνθήκη της πανδημίας εγκαινιάζει μια νέα περίοδο περισσότερο εντεινόμενης κοινωνικής αποκτήνωσης στο προσφυγικό (το κάψιμο της Μόριας είναι δηλωτικό για τις απάνθρωπες συνθήκες των τελευταίων ετών, όπως και η διανυκτέρευση μικρών παιδιών σε νεκροταφεία). Η συνθήκη αυτή έρχεται να πατήσει σε μια κοινωνικοπολιτική συγκυρία όπου η ελληνική κυβέρνηση ασκούσε ήδη το εμπόριο «τάξης και ασφάλειας», με την περαιτέρω αυστηροποίηση του συνοριακού ελέγχου και καταστολής των δικαιωμάτων αιτούντων άσυλο και προσφύγων, τις δολοφονίες προσφύγων στον Έβρο από ελληνικά πυρά, τα συστηματικά φαινόμενα επαναπροωθήσεων κ.λπ. Σε μια συγκυρία όπου οι κατευθύνσεις της αυτο-προστασίας, της ατομικής ευθύνης και της κοινωνικής αποστασιοποίησης δεσπόζουν ως βασικές συνιστώσες για τη διαχείριση της πανδημικής κρίσης, το ελληνικό κράτος αναγκάζει τους αιτούντες άσυλο να ζουν εγκλωβισμένοι και σε συνθήκες συνωστισμού μέσα στα στρατόπεδα.

Άλλωστε, όπως αναφέρουμε στη μελέτη μας (2), αγνοώντας τις συστάσεις των διεθνών οργανισμών σε όλη την περίοδο της πανδημίας στη χώρα μας, καθώς και στον πρόσφατο νόμο για το μεταναστευτικό-προσφυγικό, η πολιτική υγείας και στέγασης προσφύγων εξαίρεσε συνειδητά τους πληθυσμούς αυτούς από το εθνικό σχέδιο αντιμετώπισης της πανδημίας. Οι περισσότερες παρεμβάσεις αφορούσαν είτε την αναστολή διαδικασιών ασύλου είτε την «ασφάλεια» στα Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης. Παραμένοντας έγκλειστοι σε συνθήκες υπερπληθυσμού, συνθήκες που δεν δικαιολογεί ο αριθμός των αφίξεων προσφυγικών πληθυσμών στη χώρα μέσα στο 2020, τόσο οι πρόσφυγες όσο και οι επαγγελματίες υγείας στις δομές υποδοχής και κράτησης εξακολουθούν να εκτίθενται καθημερινά σε ακραίο κίνδυνο.

Σε μια πανδημική κρίση όπου τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά που επιβάλλονται για τη διαχείρισή της είναι η ατομική ευθύνη και η αυτοπροστασία, το προσφυγικό –ένα πεδίο δηλαδή που και πριν την πανδημία αποτελούσε αντικείμενο καταστολής αντί κοινωνικής μέριμνας– προσεγγίζεται ξεκάθαρα με μια λογική εμπορίου «ασφάλειας». Ιδιαίτερα, μάλιστα όταν οι πρακτικές πολιτικής πατριδοκαπηλίας στο Μακεδονικό και η αδυναμία επίτευξης των τιθέμενων επιδιώξεων στα ελληνοτουρκικά προκρίνουν την αναγκαιότητα τόνωσης της εθνικής πυγμής της νεο-δεξιάς κυβέρνησης. Η επιλογή της Σοφίας Βούλτεψη στο χαρτοφυλάκιο της κοινωνικής ένταξης μεταναστών, συνοδοιπόρου του Αντώνη Σαμαρά στα συλλαλητήρια των Μακεδονομάχων, αυτές ακριβώς τις πολιτικές στοχεύσεις υπηρετεί.

* Πάντειο πανεπιστήμιο

****

Σημειώσεις
(1) Κουραχάνης, Ν. (2019), Πολιτικές στέγασης προσφύγων. Προς την κοινωνική ενσωμάτωση ή την προνοιακή εξάρτηση; Αθήνα: Τόπος.

(2) Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος Δ., Κουραχάνης Ν. και Μακρίδου Ε. (2020), «Η διαχείριση της επιδημικής κρίσης COVID-19 στους προσφυγικούς πληθυσμούς στην Ελλάδα. Κριτική ανάλυση», ΚΕΠΥ