Οι ηρωικές μορφές του ρωσικού λαϊκισμού

του Τάκη Μαστρογιαννόπουλου
banner3

Στην καθυστερημένη Ρωσία της τσαρικής εθνικής και κοινωνικής καταπίεσης -η δουλοπαροικία καταργήθηκε μόλις στα 1861- το επαναστατικό κίνημα έκφραζε για μια ολόκληρη περίοδο η παράνομη οργάνωση «Γη και Ελευθερία» (Zemlya I Volia - Ζέμλια ι Βόλια). Μια οργάνωση επηρεασμένη από τις ιακωβίνικες, λαϊκίστικες αντιλήψεις, οι ρίζες της οποίας βρίσκονταν στον έντονο αγροτικό χαραχτήρα του πληθυσμού της αχανούς αυτοκρατορίας.

Tο Λαϊκίστικο (Ναρόντνικο) κίνημα

Το Λαϊκίστικο κίνημα, «Ναρόντνικο» (από την λέξη «narod -ναρόντ» η οποία στα ρωσικά σημαίνει λαός-λαϊκός), της οργάνωσης «Γη και Ελευθερία», η οποία συγκροτήθηκε την περίοδο 1861-63, υιοθετώντας τις αντιλήψεις του Αλεξάντερ Χέρτσεν (1812-70), του Μιχαήλ Μπακούνιν (1814-1876), του Νικολάι Τσερνισέφσκι (1828-1889) και του Πιοτρ Λαβρόφ (1823-1900), αποτέλεσε την επαναστατική ελίτ όχι μόνο της διαμορφούμενης εργατικής τάξης αλλά κυρίως των φτωχών χωρικών. Ο Ε. Χομπσμπάουμ εκτιμά ότι «Οι λαϊκιστές ήταν σύμπτωμα της κρίσης που ανάμεσα στο 1848 και το 1870 μετέτρεψε γοργά -για τους περισσότερους δυτικούς παρατηρητές απροσδόκητα- την τσαρική Ρωσία από ακλόνητο στυλοβάτη της παγκόσμιας αντίδρασης σε γίγαντα με πήλινα πόδια, του οποίου η ανατροπή με επανάσταση φαινόταν βέβαια. Αλλά οι λαϊκιστές ήταν κάτι περισσότερο. Αποτέλεσαν, θα λέγαμε, το χημικό εργαστήριο στο οποίο όλες οι σημαντικές επαναστατικές ιδέες του 19ου αιώνα δοκιμάστηκαν, συνδυάστηκαν και μετασχηματίστηκαν σε εκείνες του 20ού αιώνα» (1) .

Στην ουσία, το «ναρόντνικο» κίνημα υπήρξε ένα ισχυρό κίνημα του ρωσικού επαναστατικού ριζοσπαστισμού ενάντια στην τσαρική αυταρχία των Ρομανόφ, το καθεστώς των οποίων έκφραζε τη συμμαχία των μεγάλων γαιοκτημόνων «βογιάρων», των μεσαίων ευγενών, της στρατιωτικής και γραφειοκρατικής ελίτ, της ορθόδοξης εκκλησίας και των εκπροσώπων του μεγάλου κεφαλαίου. Ο Π. Άντερσον αναφέρει ότι «Ο τσαρισμός στη Ρωσία επιβίωσε όλων των προδρόμων και συγχρόνων του, για να γίνει το μοναδικό απολυταρχικό κράτος στην ήπειρο που παρέμενε άθικτο τον 20ό αιώνα (…) Οι δομές του τσαρικού κράτους, που αναδύθηκε από τον διακανονισμό της Βιέννης, άθικτες από κάθε μετασχηματισμό παρόμοιο με εκείνο των αυστριακών ή πρωσικών μεταρρυθμίσεων, δεν είχαν το παράλληλό τους πουθενά στην Ευρώπη. Το κράτος ήταν επίσημα ανακηρυγμένη απολυταρχία. Ο τσάρος κυβερνούσε μόνος του για λογαριασμό ολόκληρης της αριστοκρατίας» (2). 

Οι Ρώσοι λαϊκιστές, εξιδανικεύοντας τη αγροτική κοινότητα «ομπτσίνα» (obscina-κομμούνα) στην αγροτική επανάσταση, εκτιμούσαν ότι, ανατρέποντας την «πολιτική εξουσία» του τσαρισμού, θα οδηγούσαν στη ρωσική εκδοχή του αγροτικού κοινοτισμού. Ως εκ τούτου, υποκείμενο της επερχόμενης επανάστασης στη Ρωσία, σύμφωνα με αυτές τις αντιλήψεις, ήταν όχι το βιομηχανικό προλεταριάτο αλλά οι φτωχοί αγρότες.

Ο Ένγκελς, από πολύ νωρίς είχε κριτικάρει αυτές τις απόψεις. Απαντώντας σε έναν από τους θεωρητικούς του λαϊκισμού, τον Πιότρ Νικίτιτς Τκάτσεφ (1844-1886) -ο οποίος στα 1874 είχε κυκλοφορήσει την μπροσούρα Ανοιχτό γράμμα στον κύριο Φρ. Ένγκελς- υποστήριξε, σε ένα άρθρο το οποίο δημοσιεύθηκε στην γερμανική Volksstaat τον Απρίλιο του 1875, ότι η αγροτική κοινότητα έχει ξεπεράσει «την περίοδο άνθησής της και βαδίζει σύμφωνα με όλα τα φαινόμενα προς τη διάλυσή της». Οι Ρώσοι χωρικοί, ωστόσο, θα μπορούσαν, σύμφωνα με τον Ένγκελς, να αποφύγουν «το ενδιάμεσο στάδιο της αστικής τεμαχισμένης ιδιοκτησίας» μόνο με τη βοήθεια της προλεταριακής επανάστασης στη δυτική Ευρώπη. Υποστήριξε, μάλιστα, ότι ήταν λανθασμένη, ένα θεωρητικό άλμα, η άποψη του Τκάτσεφ ότι «οι Ρώσοι χωρικοί, αν και “ιδιοκτήτες”, είναι “πλησιέστερα στον σοσιαλισμό” από τους εργάτες χωρίς ιδιοκτησία της δυτικής Ευρώπης. Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Αν κάτι μπορεί ακόμα να σώσει τη ρωσική κοινοτική ιδιοκτησία και να της δώσει μια ευκαιρία να μεγαλώσει σε μια νέα πραγματικά βιώσιμη μορφή, είναι η προλεταριακή επανάσταση στη δυτική Ευρώπη» (3).

Μάλιστα, αργότερα, στα 1894, ο Ένγκελς αργότερα επανήλθε στο ζήτημα. Αναφερόμενος στις απόψεις των λαϊκιστών θεωρητικών, καταδίκασε τις εθνοκεντρικές τους αντιλήψεις: «Όταν οι Γάλλοι ρεπουμπλικάνοι, με τη δύναμη της επαναστατικής παράδοσης εκατό χρόνων, θεώρησαν τον λαό τους σαν τον εκλεκτό λαό από πολιτική άποψη, πολλοί Ρώσοι σοσιαλιστές της ίδιας εποχής δήλωσαν ότι η Ρωσία ήταν κοινωνικά το εκλεκτό έθνος: νόμισαν ότι η αναγέννηση του παλιού οικονομικού κόσμου θα προέλθει όχι από τους αγώνες του δυτικο-ευρωπαϊκού προλεταριάτου αλλά από τα βάθη της ρωσικής αγροτιάς. Σε αυτή την παιδιάστικη αντίληψη επιτέθηκα» (4).

Αν και το νεαρό κίνημα της οργάνωσης «Γη και Ελευθερία» έθετε ως βασικό του στόχο την προετοιμασία μιας αγροτικής εξέγερσης, εντούτοις, λόγω της αδυναμίας των αγροτών και των φτωχών χωρικών να ηγηθούν της επανάστασης για την ανατροπή του τσαρισμού οι νεαροί διανοούμενοι στην ηγεσία της οργάνωσης οδηγήθηκαν, από τα πρώτα τους σχεδόν βήματα, στον δρόμο της ατομικής τρομοκρατίας. Ο Ντιμίτρι Καρακόζοφ (1840-1866), ένας νεαρός φοιτητής, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, πυροβόλησε τον Απρίλιο του 1866, αν και χωρίς επιτυχία, τον τσάρο, απόπειρα την οποία ακολούθησε κύμα μέτρων αυθαιρεσίας και καταστολής.

Το «τρελό καλοκαίρι»

Η ιδεολογική σύγχυση δεν εμπόδισε τον μαχόμενο λαϊκισμό να εμφανισθεί δυναμικά στην αρένα των κοινωνικών αγώνων. Το καλοκαίρι του 1874 το ναρόντνικο κίνημα πραγματοποίησε την περίφημη «πορεία στον λαό», με την οποία εκατοντάδες σπουδαστές ξεχύθηκαν στα χωριά για να διαπαιδαγωγήσουν τους χωρικούς πάνω στις συγχυσμένες απόψεις της δημοκρατίας του χωριού. Στόχος της οργάνωσης ήταν, όπως ανέφερε η σχετική μπροσούρα, την οποία συνέταξε ο Βασίλι Βαρζάρ (1851-1940), η εγκαθίδρυση «μιας αδελφότητας των αγροτών μέσα στην οποία δεν θα υπήρχε δικό μου και δικό σου, ούτε κέρδος ούτε καταπίεση, αλλά δουλειά για το κοινό καλό και αδελφική βοήθεια όλων».

Το «τρελό καλοκαίρι» των Ναρόντνικων δεν είχε, βέβαια, επιτυχία. Οι νεολαίοι του κινήματος βρέθηκαν αντιμέτωποι με τις προκαταλήψεις των καθυστερημένων χωρικών και τη βάναυση αντίδραση των τσαρικών χωροφυλάκων, που συνέλαβαν πάνω από 4.000 μέλη και οπαδούς του κινήματος. Ο Π. Κροπότκιν, ο οποίος συμμετείχε στο λαϊκίστικο κίνημα, ανέφερε αργότερα, στις Αναμνήσεις του, ότι εκείνη την περίοδο «άρχισε το μεγάλο κίνημα “κοντά στον λαό” σε νέα μορφή, όταν αρκετές εκατοντάδες νέοι και νέες, αγνοώντας όλες τις προφυλάξεις που λαμβάνονταν ως τότε, πήγαν στην ύπαιθρο και, ταξιδεύοντας σε πόλεις και χωριά, παρακινούσαν τον λαό να επαναστατήσει, μοιράζοντας σχεδόν ανοιχτά μπροσούρες, τραγούδια και διακηρύξεις. Στους κύκλους μας ονομάσαμε το καλοκαίρι αυτό, το “τρελό καλοκαίρι” […]» (5).

Ο Ισαάκ Ντόιτσερ, περιγράφοντας την πολιτική δράση των ναρόντνικων αυτής της περιόδου, σε μια από τις διαλέξεις του στο πανεπιστήμιο Κέμπριτζ, ανέφερε ότι όταν αυτοί «απευθύνονταν στους μουζίκους και προσπαθούσαν να τους ανοίξουν τα μάτια, αποκαλύπτοντάς τους την απάτη της απελευθέρωσης και τον καινούργιο τρόπο με τον οποίο ο Τσάρος και οι τσιφλικάδες τους κρατούσαν υποταγμένους, οι πρώην δουλοπάροικοι αρνούνταν να κινηθούν, ακόμα και να ακούσουν και όχι σπάνια παρέδιδαν τους ναρόντνικους στους χωροφύλακες. Έτσι, μια καταπιεζόμενη κοινωνική τάξη με μεγάλες επαναστατικές δυνατότητες πρόδιδε την επαναστατική της ελίτ. Οι διάδοχοι των ναρόντνικων, οι νοροτνοβόλτσι, εγκατέλειψαν την φαινομενικά ανέλπιδη προσπάθεια να ψάχνουν να βρουν στην κοινωνία επαναστατική λαϊκή δύναμη. Αποφάσισαν να δράσουν μόνοι σαν εντολοδόχοι ενός καταπιεζόμενου και άφωνου λαού. Η πολιτικά εμπνευσμένη τρομοκρατία τους πήρε την θέση του αγροτικού λαϊκισμού των προκατόχων τους» (6).

Διαφορετικοί δρόμοι

Τα χρόνια που ακολούθησαν την αποτυχημένη πορεία προς τον λαό, το ναρόντνικο κίνημα διασπάστηκε. Η βαθιά κρίση στις γραμμές της οργάνωσης «Γη και Ελευθερία», η οποία είχε ανασυγκροτηθεί στην Πετρούπολη στα 1876, οδήγησε σε διάσπαση με αφορμή τα ζητήματα τακτικής. Μετά την αποτυχημένη απόπειρα του στελέχους της οργάνωσης Αλ. Σολοβιόφ (1848-1879) να σκοτώσει τον τσάρο στις 2 Απριλίου του 1879, γεγονός που οδήγησε σε καταδίκη σε θάνατο και εκτέλεση του Σολοβιόφ, συνήλθε στο Βορονέζ έκτακτη σύσκεψη της οργάνωσης «Γη και Ελευθερία». Στη σύσκεψη αυτή ο Γκ. Πλεχάνοφ αμφισβήτησε την αναγκαιότητα της ατομικής τρομοκρατίας, την οποία υιοθετούσε ένα τμήμα της ηγεσίας. Οι διαφορές αποδείχθηκαν μη συνθέσιμες και οδήγησαν σε μια χωρίς εντάσεις διάσπαση. Οι δυο βασικές τάσεις μοίρασαν το ταμείο, τις γιάφκες, το τυπογραφείο, συμφώνησαν ότι καμιά από τις δυο πτέρυγες δεν θα χρησιμοποιούσε το όνομα της οργάνωσης «Γη και Ελευθερία» και ακολούθησαν διαφορετικούς δρόμους.

Από τη σύσκεψη προέκυψαν, τον Αύγουστο του 1879, δύο οργανώσεις με διαφορετικό όνομα και προσανατολισμό, η «Λαϊκή θέληση» (Νορόντναγια Βόλια) και ο «Μαύρος αναδασμός» (Τσέρνι Περεντέλ). Ο Τ. Κλιφ στο βιβλίο του για τον Λένιν αναφέρει ότι «Τον Οκτώβρη του 1879 η Ζέμλια ι Βόλια είχε ουσιαστικά διαλυθεί. Οι οπαδοί της μαζικής δουλειάς ίδρυσαν μια ξεχωριστή οργάνωση, την «Μαύρη αναδιανομή» (Τσέρνι Περεντέλ). Το παράξενο αυτό όνομα υπονοεί το δίκαιο μοίρασμα της γης ανάμεσα στους «μαύρους» ανθρώπους, δηλαδή τους χωρικούς. Οι τρομοκράτες υιοθέτησαν το όνομα Ναρόωτναγια Βόλια, που έχει διπλή ερμηνεία. Σημαίνει την ίδια στιγμή «θέληση του λαού» και «ελευθερία του λαού»…» (7).

Η Τσέρνι Περεντέλ συνέχισε την παραδοσιακή λαϊκίστικη πολιτική, χωρίς όμως να καταφέρει να αποκτήσει μαζικές προσβάσεις στη ρωσική κοινωνία. Τα ηγετικά της στελέχη, ο Γκεόργκι Πλεχάνοφ (1857-1919), ο Πάβελ Αξελρόντ (1850-1928), η Βέρα Ζασούλιτς (1849-1919), ο Λεβ Ντέιτς (1855-1941), o Βασίλι Ιγκνάτοφ (1854-1885) κ.ά., όχι μόνον υποστήριζαν την αγροτική μεταρρύθμιση, με την παραχώρηση γης στους φτωχούς αγρότες, και την αγροτική επανάσταση, αλλά και στράφηκαν σύντομα προς τις μαρξιστικές ιδέες. Το μέλλον της Τσέρνι Περεντέλ αποδείχτηκε, όμως, ότι δεν ήταν ευοίωνο. Όπως ομολόγησε αργότερα και ο Λεβ Ντέιτς, «Η οργάνωση δεν είχε ίχνος τύχης από την πρώτη ημέρα της δημιουργίας της». Ο Φρ. Βεντούρι στο ογκώδες έργο του για τον ρωσικό λαϊκισμό δεν έχει άδικο όταν αναφέρει ότι «Η Τσέρνι Περεντέλ γεννήθηκε κάτω από ένα κακό αστέρι» (8).

Έτσι, πολύ σύντομα ένα τμήμα των στελεχών της διέφυγε στο εξωτερικό ενώ ένα άλλο μέρος προσχώρησε στη Ναρόντναγια Βόλια, εξελίξεις οι οποίες επιτάχυναν, σε συνδυασμό με τα ισχυρά χτυπήματα της αστυνομίας, τη διάλυση της οργάνωσης.

Η Νορόντναγια Βόλια, αντίθετα, την οποία εκπροσωπούσαν ο Αντρέι Ζελιάμποφ, η Σοφία Περόφσκαγια, ο Αλεξάντερ Μιχαΐλοφ, η Βέρα Φίγκνερ, ο Νικολάι Μοροζόφ και άλλα στελέχη, υιοθέτησε μια υπεραριστερή, τρομοκρατική πολιτική ενάντια στην τσαρική αυταρχία. Η Ναρόντναγια Βόλια, υιοθετώντας την πολιτική της ατομικής τρομοκρατίας, αποδέχθηκε το σύνθημα του Α. Μιχαΐλοφ «χτυπήστε το κέντρο» και προσανατολίστηκε στην εκτέλεση του τσάρου. Ακόμα και ο Ένγκελς εκτίμησε αργότερα ότι η αβάστακτη αυταρχία είχε δημιουργήσει μια εκρηκτική κατάσταση μέσα στην οποία ακόμα και μια μεμονωμένη πράξη, όπως η απόπειρα ενάντια στη ζωή του τσάρου, μπορούσε να επιταχύνει τις επαναστατικές εξελίξεις. Ο Ένγκελς σε μια επιστολή του στη Βέρα Ζασούλιτς, στις 23 Απριλίου του 1885, υποστήριξε ότι «Σε αυτές τις συνθήκες η χώρα είναι σαν φορτισμένη νάρκη που δεν χρειάζεται παρά το φυτίλι. Ιδιαίτερα μετά τις 13 του Μάρτη. Αυτή είναι μια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις που είναι δυνατόν μια χούφτα άνθρωποι να κάνουν μια επανάσταση (…) Αν λοιπόν ο μπλανκισμός –η φαντασίωση πως μια ολόκληρη κοινωνία μπορεί να ανατραπεί με τη δράση μιας μικρής συνωμοτικής ομάδας– είχε ποτέ κάποιο δικαιολογητικό λόγο ύπαρξης, τότε αυτός θα ίσχυε σίγουρα στην Πετρούπολη» (9).

Η Εκτελεστική Επιτροπή της Ναρόντναγια Βόλια, στην ουσία μια επιτροπή εκτελέσεων των εκπροσώπων του καθεστώτος, συγκροτήθηκε στις 15 Αυγούστου του 1879 και λίγες μέρες αργότερα αποφάσισε τη δολοφονία του Τσάρου. Ο Χ.Μ. Εντσενσμπέργκερ σημειώνει ότι «Στις 25 Αυγούστου του 1879, η Επιτροπή συνεδρίασε εν είδει τακτικού δικαστηρίου και απήγγειλε την θανατική καταδίκη του Τσάρου. Αυτή δημοσιεύθηκε τις επόμενες ημέρες. Συγχρόνως άρχισε τις μυστικές προετοιμασίες για την εκτέλεση της ποινής» (10).

Η εκτέλεση του τσάρου Αλέξανδρου ΙΙ, την 1η Μαρτίου του 1881, οδήγησε, όπως συμβαίνει κατά κανόνα σε αυτές τις περιπτώσεις, σε αντίθετα αποτελέσματα. Η Ναρόντναγια Βόλια συντρίφτηκε από τα ισχυρά χτυπήματα του τσαρικού καθεστώτος. Οι ηγέτες της, ο Ζελιάμποφ, η Περόφσκαγια, ο Μιχαΐλοφ, η Φίγκνερ και οι σύντροφοί τους, εκτελέστηκαν. Ο Φρ. Βεντούρι αναφέρει ότι «Στις 9.50’ το πρωί της 3ης του Απρίλη του 1881 οι Ρισακόφ, Ζελιάμποφ, Μιχαΐλοφ, Κίμπαλχιτς και Σοφία Περόφσκαγια ανέβηκαν στο ικρίωμα. Με εξαίρεση τον Ρισακόφ αγκαλιάστηκαν για τελευταία φορά. Ύστερα απαγχονίστηκαν» (11). 

Τα πιο σημαντικά μέλη της οργάνωσης φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν, πέρασαν στην παρανομία και τελικά διασκορπίστηκαν. Τα πιο επιφανή στοιχεία αυτής της γενιάς αφανίστηκαν.

Ηρωική πορεία

Ο Αντρέι Ιβάνοβιτς Ζελιάμποφ (1851-1881) -τον οποίο ο Λένιν δεν δίστασε να τον παρομοιάσει με τον Ροβεσπιέρο και τον Γκαριμπάλντι- καταγόταν από οικογένεια δουλοπάροικων αγροτών. Αποφοίτησε από το γυμνάσιο του Κερτσένσκ, στα 1869, και φοίτησε στη νομική σχολή του πανεπιστημίου «Νοβοροσίσκ» της Οδησσού. Αποβλήθηκε από το πανεπιστήμιο, τον Οκτώβριο του 1873, λόγω της συμμετοχής του σε φοιτητικές διαμαρτυρίες και υποχρεώθηκε και να εγκαταλείψει την πόλη. Εγκαταστάθηκε στο Γκοροντίστσε, στο κυβερνείο του Κιέβου, όπου και συνδέθηκε με τους επαναστατικούς κύκλους, καθώς και με στελέχη της ουκρανικής επαναστατικής οργάνωσης «Χρομάντα» (Hromada). Επέστρεψε, όμως, στην Οδησσό και προχώρησε στον «κύκλο» του Φέλιξ Χολκόφσκι, στην ουσία στον «Κύκλο Τσαϊκόφσκι» της Οδησσού. Συνελήφθη στα τέλη του 1874 αλλά αφέθηκε ελεύθερος τον Μάρτιο του 1875. Δικάστηκε και αυτός με τη λεγόμενη δίκη των «193» και αθωώθηκε.

Η συμμετοχή του στο επαναστατικό κίνημα, όμως, του δημιούργησε σοβαρά οικογενειακά προβλήματα, αφού η γυναίκα του -κόρη του δημάρχου της Οδησσού- διαφώνησε με τη δράση του. Ο Φρ. Βεντούρι αναφέρει ότι ο Ζελιάμποφ «Λίγο καιρό πριν είχε παντρευτεί την κόρη του Yakhnenko, του δημάρχου της Οδησσού. Αυτός ο άνθρωπος είχε τη φήμη ότι ήταν φιλελεύθερος […] Ο Ζελιάμποφ ζήτησε από τη γυναίκα του να απασχοληθεί με τη ζωή του λαού, να εργασθεί μαζί του και να συμμεριστεί τις ιδέες του, οι οποίες γίνονταν όλο και περισσότερο εχθρικές στη μπουρζουαζία. Αυτό ήταν πολύ για τον γάμο του, ο οποίος διαλύθηκε. Αργότερα, όταν αυτός απαγχονίσθηκε, η σύζυγός του ξαναπήρε το πατρικό της όνομα και συμφώνησε ότι ο γιος τους Άντρέι θα έπρεπε, επίσης, να εγκαταλείψει το όνομα ενός εγκληματία του κράτους»! (12) 

Ο Ζελιάμποφ μετά την αθώωσή του διέμενε στο κυβερνείο Ποντόλσκ. Την ίδια περίοδο προσχώρησε στην οργάνωση «Γη και Ελευθερία». Έλαβε μέρος, τον Ιούνιο του 1879, στη συνάντηση Λίπετσεκ όπου συναντήθηκε η πτέρυγα της οργάνωσης η οποία υποστήριζε την πολιτική της ατομικής τρομοκρατίας. Ανάμεσά τους οι Μιχαΐλοφ, Ταχομίροφ, Μοροζόφ, Σιριάεφ, Κβιατκόφσκι, Φρολένκο, Κολοντκέβιτς, Γκόλντμπεργκ, Μπαρανίκοφ και Οσανίνα. Στη συνέχεια συμμετείχε και στο συνέδριο του Βορονέζ στο οποίο η οργάνωση διασπάστηκε. Προσχώρησε στη νέα οργάνωση, τη «Ναρόντναγια Βόλια». Ο Ζελιάμποφ υπήρξε ένας από τους βασικούς συντάκτες των προγραμματικών θέσεων της οργάνωσης. Συνέβαλε στην ίδρυση εργατικής, φοιτητικής και στρατιωτικής οργάνωσης ενώ υπήρξε και εκδότης της Rabochaya Gazeta (Ραμπότσαγια Γκαζέτα -Εργατική εφημερίδα).
Ο Ζελιάμποφ έλαβε μέρος ενεργά στην οργάνωση της απόπειρας κατά της ζωής του Τσάρου, τον Μάρτιο του 1881, και παρά το γεγονός ότι είχε συλληφθεί πριν από την ενέργεια αυτή, ζήτησε και «πέτυχε» να αναγνωριστεί ως συμμέτοχος! Δικάστηκε και εκτελέστηκε με απαγχονισμό στις 3 Απριλίου του 1881.

Η Σοφία Λβόβνα Περόφσκαγια (1853-1881) υπήρξε αποστάτης της τάξης της. Καταγόταν από οικογένεια ευγενών αλλά από νεαρή ηλικία προσχώρησε στο λαϊκίστικο κίνημα. Η Σ. Περόφσκαγια έγινε δεκτή, στα 1869, στο Παρθεναγωγείο Αλαρτσίν της Πετρούπολης. Ανήσυχο πνεύμα, όχι μόνον εγκατέλειψε, τον επόμενο χρόνο, το οικογενειακό περιβάλλον, αλλά και εντάχθηκε στον επαναστατικό «κύκλο Τσαϊκόφσκι». Ο Π. Κροπότκιν, ο οποίος συμμετείχε στον ίδιο κύκλο και γνώρισε τη Σοφία Περόφσκαγια, σημείωσε αργότερα στις αναμνήσεις του ότι «Η Σοφία ήταν κόρη πολύ αριστοκρατικής οικογένειας, και ο πατέρας της διετέλεσε για ένα διάστημα στρατιωτικής διοικητής της Αγίας Πετρούπολης, αλλά με την έγκριση και της μητέρας της, που τη λάτρευε, είχε παρατήσει το σπίτι της για να φοιτήσει στο γυμνάσιο και μαζί με τις τρεις αδελφές Κορνίλοφ -θυγατέρες ενός πλούσιου εργοστασιάρχη- είχε ιδρύσει έναν μικρό κύκλο αυτο-μόρφωσης που έγινε αργότερα ο κύκλος μας (…) Η Περόφσκαγια ήταν «λαϊκίστρια ποπουλίστρια» ως τα βάθη της καρδιάς της και συγχρόνως επαναστάτρια, αγωνίστρια από το σκληρότερο ατσάλι» (13).

Η Περόφσκαγια αρχικά εργάσθηκε στο κυβερνείο της Σαμάρα, του Τβερ και του Σιμπίρσκ. Την ίδια περίοδο πήρε δίπλωμα δασκάλας ενώ τελείωσε και έναν ειδικό κύκλο μαθημάτων για βοηθός γιατρού. Συνελήφθη για τη δράση της, στα 1874, και φυλακίστηκε στο περιβόητο φρούριο Πέτρου και Παύλου. Στη δίκη, όμως, των «193» αθωώθηκε. Το καλοκαίρι του 1878 προσχώρησε στην οργάνωση «Γη και Ελευθερία». Σύντομα συνελήφθη και πάλι και καταδικάστηκε σε εξορία στο κυβερνείο Όλονετς. Στον δρόμο για την εξορία κατόρθωσε να δραπετεύσει και να περάσει στην παρανομία. Ως παράνομη, πήγε στο Χάρκοβο με σκοπό να βοηθήσει στην επιχείρηση απελευθέρωσης των πολιτικών κρατούμενων από τις κεντρικές φυλακές. Έλαβε μέρος στο συνέδριο του Βορονέζ, στα 1879, και μετά τη διάσπαση ακολούθησε την υπεραριστερή τάση που συγκρότησε την οργάνωση «Λαϊκή θέληση» (Ναρόντναγια Βόλια), στην εκτελεστική επιτροπή της οποίας συμμετείχε.

Στη Ναρόντναγια Βόλια η Περόφσκαγια ασχολήθηκε με οργανωτικά θέματα ενώ συμμετείχε και στη σύνταξη της εφημερίδας της οργάνωσης. Συνεργάστηκε στενά και στη συνέχεια ενώθηκε και στη ζωή με τον σύντροφό της Α. Ζελιάμποφ. Συνελήφθη τον Μάρτιο του 1881 για τον φόνο του τσάρου και καταδικάστηκε σε θάνατο. Εκτελέστηκε με απαγχονισμό και υπήρξε η πρώτη γυναίκα που εκτελέστηκε για πολιτικούς λόγους στην τσαρική Ρωσία. Ο Κροπότκιν σημείωσε αργότερα ότι «Το γράμμα που έγραψε στη μητέρα της λίγες ώρες πριν ανέβει στην κρεμάλα είναι μια από τις καλύτερες εκφράσεις μιας αγαπητής ψυχής που υπαγόρευσε ποτέ γυναικεία καρδιά» (14). Η Βέρα Φίγκνερ, μέλος και η ίδια της Εκτελεστική Επιτροπής της «Ναρότναγια Βόλια», η οποία και αυτή έλαβε μέρος στη δολοφονία του τσάρου, σημείωσε αργότερα στις αναμνήσεις της ότι «Η Περόφσκαγια κράτησε στην αγχόνη την ατσάλινη γενναιότητά της. Φίλησε τον Ζελιάμποφ, τον Κίμπαλτσιτς και τον Μιχαΐλοφ˙ όχι όμως τον Ρισακόφ που, για να σώσει τη ζωή του είχε προδώσει τη διεύθυνση της οδού Τελεγνάια, προκαλώντας έτσι το χαμό του Σαμπλίν που αυτοκτόνησε, της Τζέσι Χόφμαν που πέθανε στη φυλακή και του Τιμόθεου Μιχαΐλοφ που κρεμάστηκε» (15).

Ο Αλεξάντερ Ντμίτριεβιτς Μιχαΐλοφ (1855-1884) καταγόταν και αυτός από οικογένεια ευγενών. Στα 1875 άρχισε τις σπουδές του στο περίφημο Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Πετρούπολης, αλλά τον ίδιο χρόνο αποβλήθηκε επειδή συμμετείχε στο φοιτητικό κίνημα. Στα 1876 λαβε μέρος στην ανασυγκρότηση της οργάνωσης «Γη και ελευθερία». Στα 1877 εγκαταστάθηκε στο κυβερνείο Σαρατόφ. Επέστρεψε στην Πετρούπολη και την άνοιξη του 1878 συμμετείχε σε όλες τις εκδηλώσεις της οργάνωσης. Ο Αλ. Μιχαΐλοφ υποστήριξε την ανάγκη μιας οργάνωσης αυστηρά συνωμοτικής, εθνικής κλίμακας, βασισμένης στην ενότητα και την πειθαρχία. Όχι τυχαία οι σύντροφοί του τον αποκαλούσαν «μάτι της οργάνωσης και φύλακα της πειθαρχίας». Έλαβε μέρος τόσο στη συνάντηση του Λίπετσεκ, στα 1979, όσο και στο συνέδριο του Βορονέζ, όπου και τάχθηκε με την τάση η οποία υποστήριξε την ατομική τρομοκρατία και τον φόνο του Τσάρου. Προσχώρησε στη Ναρόντναγια Βόλια. Ο ρόλος του Μιχαΐλοφ στην οργάνωση υπήρξε σημαντικός. Διαχειριζόταν τα οικονομικά και ήταν υπεύθυνος του παράνομου τυπογραφείου. Συνελήφθη τον Νοέμβριο του 1880 από τις τσαρικές αρχές. Κατηγορούμενος στη λεγόμενη δίκη των «20» καταδικάστηκε, τον Φεβρουάριο του 1882, σε θάνατο. Η ποινή του, όμως, μετατράπηκε σε ισόβια καταναγκαστικά έργα. Δεν έζησε για πολύ όμως. Πέθανε στα 1884 κατά τη διάρκεια της απομόνωσης στο φοβερό φρούριο Πέτρου και Παύλου (Πετροπαβλόσκ).

Η Βέρα Νικολάγιεβνα Φίγκνερ (1852-1943) γεννήθηκε στην επαρχία του Κασάν τον Ιούνιο του 1852. Καταγόταν και αυτή από αριστοκρατική οικογένεια. Φοίτησε σε οικοτροφείο θηλέων. Αν και σχεδίαζε να σπουδάσει ιατρική στην Ελβετία, εντούτοις παντρεύτηκε σε νεαρή ηλικία, στα 1870, τον ανακριτή Αλ. Βικτόροβιτς τον οποίο, όμως, σύντομα έπεισε να σπουδάσουν ιατρική. Το νεαρό ζευγάρι αποφάσισε να μεταβεί για σπουδές, στα 1872, στην Ελβετία. Στη Ζυρίχη η Βέρα, σε αντίθεση με τον άντρα της, υιοθέτησε τόσο τις σοσιαλιστικές ιδέες του Φουριέ, του Καμπέ, του Λουί Μπλαν, του Προυντόν και του Λασάλ όσο και τις αγωνιστικές πρακτικές του κινήματος. Η νεαρή Βέρα υποστήριζε ότι «Οι άνθρωποι λοιπόν, που αναγνωρίζουν τα συμφέροντα της εργατικής τάξης ως συμφέροντα ολόκληρης της κοινωνίας πρέπει να κινητοποιήσουν όλες τις δυνάμεις τους για να φέρουν τις σοσιαλιστικές ιδέες μέσα στον λαό και να τον οργανώσουν σε έναν ενεργό αγώνα για χάρη αυτών των ιδεών». Η Β. Φίγκνερ επέστρεψε στη Ρωσία και προσχώρησε αρχικά στην οργάνωση «Γη και ελευθερία» και στη συνέχεια στη «Ναρόντναγια Βόλια». Μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της οργάνωσης, συμμετείχε στα 1881 στο φόνο του τσάρου Αλέξανδρου του ΙΙ. Αν και ή ίδια υποστήριξε αργότερα ότι το γεγονός της δολοφονίας του τσάρου «έδωσε στην Εκτελεστική Επιτροπή ένα κύρος φοβερό», εντούτοις, δεν δίστασε να αναγνωρίσει ότι «Το αρνητικό σημείο αυτών των γεγονότων είναι πως η 1η του Μάρτη δεν προκάλεσε καμιά λαϊκή εξέγερση και δεν ανάγκασε την κυβέρνηση να προχωρήσει σε μεγάλες οικονομικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις» (16).

Στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν τη δολοφονία του Τσάρου, η Β. Φίγκνερ συνελήφθη στα 1884 και καταδικάστηκε σε 20 χρόνια φυλάκιση. Παρέμεινε στη φυλακή, στο φρούριο Σλούσελμπουργκ, μέχρι το 1904! H Ines Gutschmidt σημειώνει ότι «Όταν τον Σεπτέμβριο του 1904 αφέθηκε ελεύθερη, είχε αποκοπεί για σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα από τους υπόλοιπους ανθρώπους, από τη φυσιολογική ζωή. Ενώ γι’ αυτήν η ζωή είχε σταματήσει, έξω από τη φυλακή όλα είχαν αλλάξει [...] Για τη Βέρα Φίγκνερ ήταν απίστευτα δύσκολο να ξαναβρεί θέση σ’ αυτή τη ζωή» (17).

Μετά την αποφυλάκισή της κατέφυγε στην Ελβετία, τη Φινλανδία και τη Γαλλία. Προσχώρησε αρχικά στο κόμμα των Σοσιαλιστών-Επαναστατών -εσέρων-, το οποίο εγκατέλειψε όταν το ηγετικό στέλεχος του κόμματος Ε. Άζεφ αποδείχθηκε πράκτορας της Οχράνα. Η ίδια επέδειξε έκτοτε μεγάλη δραστηριότητα στη βοήθεια των Ρώσων πολιτικών κρατουμένων. Επέστρεψε, στα 1916, στην Πετρούπολη, πάντα υποβοηθώντας φυλακισμένους και εξόριστους, όπου και την βρήκαν τα επαναστατικά γεγονότα που συγκλόνισαν τον κόσμο. Στα 1927 κυκλοφόρησε την αυτοβιογραφία της Αναμνήσεις μιας επαναστάτριας. Ο Βίκτωρ Σερζ, επαναστατικό ψευδώνυμο του Βίκτορ Λβόβιτς Κίμπαλτσιτς (1890-1947), ο οποίος αποτέλεσε αργότερα μέλος της γραμματείας της Κομμουνιστικής Διεθνούς και συνεργάστηκε για μια μικρή περίοδο στη σοβιετική Ρωσία με την Φίγκνερ, αποκάλυψε ότι «Βρήκα λίγο αργότερα μεγάλη παρηγοριά εργαζόμενος για λίγο για μια άλλη σπουδαία μορφή, υποδειγματική, τη Βέρα Νικολάγεβνα Φίγκνερ. Μετέφραζα τα απομνημονεύματά της και με ζάλιζε με παρατηρήσεις διατυπωμένες με ένα ανένδοτο ύφος. Στα εξήντα επτά της χρόνια ήταν μια μικροσκοπική ηλικιωμένη γυναίκα τυλιγμένη σε ένα τεράστιο σάλι, με ένα πρόσωπο ακόμη συμμετρικό που διατηρούσε μια κλασική ομορφιά, με απόλυτη πνευματική διαύγεια και με μοναδική ψυχική ευγένεια [...] Πέθανε ελεύθερη αλλά υπό επιτήρηση εδώ και λίγο καιρό» (18).

Η εκτέλεση, ο θάνατος και οι διώξεις των ηγετικών στελεχών της «Ναρόντναγια Βόλια» τη δεκαετία του 1880 αποτέλεσαν, χωρίς αμφιβολία, μια αποφασιστική καμπή για το μέλλον του ρωσικού λαϊκισμού και ριζοσπαστισμού. Ο Λ. Τρότσκι, αναφερόμενος αργότερα στην τρομοκρατική δράση αυτή της περιόδου και στην δολοφονία του τσάρου, υποστήριξε ότι «έγινε γρήγορα φανερό ότι η ‘‘Λαϊκή θέληση’’ θα καιγόταν ή ίδια στη φωτιά αυτής της επιτυχημένης τρομοκρατικής πράξης. Η δύναμη του κόμματος είχε συγκεντρωθεί εξολοκλήρου στην Εκτελεστική Επιτροπή του. Έξω από αυτήν υπήρχαν μονάχα βοηθητικές ομάδες που δεν είχαν ιδιαίτερη σημασία. Τουλάχιστον η τρομοκρατική πάλη, που περιλάμβανε και την προπαρασκευαστική τεχνική δουλειά, γινόταν σχεδόν αποκλειστικά από τα μέλη της κεντρικής ομάδας. Πόσοι ήταν αυτοί οι μαχητές; Οι αριθμοί είναι τώρα γνωστοί πέρα από κάθε αμφισβήτηση. Η πρώτη Εκτελεστική Επιτροπή αποτελείτο από 28 άτομα. Μέχρι την 1η Μαρτίου του 1881, όλα τα μέλη μαζί, που ποτέ δεν ήταν ταυτόχρονα σε δράση, έφθαναν τα τριάντα επτά άτομα. Εντελώς παράνομοι –που σήμαινε ότι είχαν κόψει κάθε κοινωνικό, ακόμα και οικογενειακό δεσμό- οι άνθρωποι αυτοί όχι μονάχα κρατούσαν σε συναγερμό όλη την πολιτική αστυνομική δύναμη, αλλά για κάποιο διάστημα μεταμόρφωσαν το νέο τσάρο σε ‘‘ερημίτη του Γκατσίνα’’ [Γκατσίνα: αγαπημένη διανομή των τσάρων κατά τον 19ο αιώνα]. Ολόκληρος ο κόσμος τραντάχτηκε από τις βροντές της τιτάνιας επίθεσης στον δεσποτισμό της Πετρούπολης. Το μυστηριώδες κόμμα έμοιαζε να έχει λεγεώνες από μαχητές και διαταγές. Η Εκτελεστική Επιτροπή καλλιεργούσε προσεκτικά αυτή την υπνωτική πίστη στην παντοδυναμία της. Αλλά κανένας δεν μπορεί να αντέξει για πολύ όταν στηρίζεται μόνο στην ύπνωση. Ακόμα περισσότερο που οι εφεδρείες εξαντλήθηκαν με απρόσμενη ταχύτητα […] όσο πιο εκκωφαντικές γίνονταν οι εκρήξεις του δυναμίτη, τόσο πιο ολοκληρωτικό γινόταν το κενό που περιέβαλλε την Εκτελεστική Επιτροπή […] Η πολιτική απομόνωση παρέδωσε τελικά τους τρομοκράτες στην αστυνομία, που με αυξανόμενη αποτελεσματικότητα εκκαθάριζε τόσο τα απομεινάρια των παλιών ομάδων όσο και τα σπέρματα των καινούριων. Η διάλυση της Λαϊκής Θέλησης προχώρησε γρήγορα με σειρά από συλλήψεις και δίκες, μέσα στο κλίμα της αντιδραστικής ανόρθωσης της δεκαετίας του 1880» (19).

Η Ναρόντναγια Βόλια επρόκειτο στη συνέχεια να ανασυγκροτηθεί στο εξωτερικό και ήταν από τις δικές της γραμμές που προέκυψε το κόμμα των Σοσιαλιστών Επαναστατών ή Εσέρων, το οποίο είχε σημαντική παρουσία κατά την περίοδο της Οκτωβριανής επανάστασης.


*Το κείμενο αυτό αποτελεί διευρυμένη εκδοχή, με συμπληρωματικά στοιχεία για τους αγωνιστές, άνδρες και γυναίκες, του ρωσικού επαναστατικού κινήματος στη αυγή της ιστορίας του, όπως το έχω αναλύσει στο σχετικό τμήμα («Ο επαναστατικός χαρακτήρας της αριστεράς στη ρωσική σοσιαλδημοκρατία») στο βιβλίο μου «Η άνοδος και η πτώση των Εργατικών Διεθνών» τόμος 2ος «Η Σοσιαλιστική Διεθνής» (εκδόσεις Τόπος).


*****

Σημειώσεις

(1) Έρικ Χομπσμπάουμ: Η εποχή του κεφαλαίου, εκδόσεις ΜΙΕΤ, σελ. 252.

(2) Πέρυ Άντερσον: Το απολυταρχικό κράτος, σελ. 329, 347.

(3) Fr. Engels: «On social relations in Russia», Collected Works, τόμος 24ος «1874-1883», σελ.. 48

(4) Fr. Engels: Afterword (1894) [to «on social relations in Russia»], Collected Works, τόμος 27ος «1890-1895», σελ. 422

(5) Peter Kropotkin: Memoirs of a revolutionist, εκδόσεις Fredonia Books, σελ. 358

(6) Ι. Ντόιτσερ: 6 διαλέξεις στο πανεπιστήμιο Κέμπριτζ, Ιούνης 1966-Μάρτης 1967, στο βιβλίο Ανολοκλήρωτη Επανάσταση, εκδόσεις Δίφρος, σελ. 25,26.

(7) Τ. Κλιφ: Λένιν, τόμος 1ος, 1893-1914, τα χρόνια της συγκρότησης των μπολσεβίκων, εκδόσεις Εργατική Δημοκρατία, σελ. 27.

(8) Fr. Venturi: Roots of Revolution. A history of the Populist and Socialist movement in nineteenth century Russia, εκδόσεις University of Chicago, σελ. 657.

(9) Ένγκελς στη Βέρα Ιβάνοβνα Ζασούλιτς στη Γενεύη (23 Απριλίου 1885), στο βιβλίο Μαρξ-Ένγκελς Για τη Νεολαία, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, σελ. 162

(10) Χ.Μ. Εντσενσμπέργκερ: Μηδενιστές, οι οραματιστές του απόλυτου. Εκδόσεις Ελευθερος Τύπος, σελ. 34).

(11) Fr. Venturi, όπ.π., σελ. 720.

(12) Fr. Venturi, όπ.π., σελ. 645.

(13) Π. Κροπότκιν: Αναμνήσεις ενός επαναστάτη, σελ. 189-190.

(14) Π Κροπότκιν, όπ.π., σελ. 190.

(15) Βέρα Φίγκνερ: «Αναμνήσεις μιας επαναστάτριας», στο βιβλίο Ψωμί και τριαντάφυλλα, μικροί και μεγάλοι αγώνες της γυναίκας, Εκδόσεις Γλάρος, σελ. 34

(16) Βέρα Φίγκνερ, όπ.π., σελ. 37

(17) Ines Gutschmidt: «Αναρχικές και σοσιαλεπαναστάτριες στην τσαρική Ρωσία,» στο βιβλίο Αναρχοφεμινισμός, στα ίχνη μιας ουτοπίας, εκδόσεις Ελευθεριακή Κουλτούρα, σελ. 81 και 82.

(18) Βίκτορ Σερζ: Αναμνήσεις ενός επαναστάτη, εκδόσεις Scripta, σελ. 402-3).

(19) Λ. Τρότσκι: «Ο επαναστατικός δρόμος της ιντελιγκέντσιας», το 3ο κεφάλαιο από το βιβλίο Νέος Λένιν, ανολοκλήρωτη από τον συγγραφέα βιογραφία του Λένιν

poster commune.001
Η εκτέλεση των Ρισακόφ, Ζελιάμποφ, Μιχαΐλοφ, Κίμπαλχιτς και Σοφίας Περόφσκαγια



Pasted Graphic 1

Αγωνιστές του λαϊκίστικου κινήματος


poster commune.002

Η δολοφονία του τσάρου Αλέξανδρου





Pasted Graphic 3
Βέρα Φίγκνερ



poster commune.004

Αντρέϊ Ιβάνοβιτς Ζελυάμποφ


poster commune.005

Σοφία Λβόβνα Περόφσκαγια