Η 17η Νοέμβρη, το κύρος του κράτους και η αντιπολίτευση που μας αξίζει

του Δημοσθένη Παπαδάτου
banner12

Στο φαντασιακό των κυβερνώντων, η 17η Νοέμβρη έχει τρεις σημασίες:

  • Κατ’ αρχάς, συμβολίζει την «ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς» στην επάρατη Μεταπολίτευση: μια περίοδο όπου το «πεζοδρόμιο» επιδρούσε ακόμα στη Βουλή και στις κυβερνητικές αποφάσεις. Για το νέο «δημοκρατικό ιδεώδες», η κοινοβουλευτική είναι, στην καλύτερη περίπτωση, μια δευτεροκλασάτη διαδικασία, επικύρωσης της κυριαρχίας της πλειοψηφίας˙ και αντί για το «πεζοδρόμιο» –την εξωκοινοβουλευτική αντιπολίτευση–, τα κόμματα και τον Τύπο, ο «σφυγμός» της κοινωνίας αρκεί να καταγράφεται στις δημοσκοπήσεις των ιδιωτικών καναλιών ή σε παρεμβάσεις παραγόντων της «κοινωνίας των πολιτών» – κατά προτίμηση: όταν αυτοί ταυτίζονται με την κυβέρνηση.
  • Δεύτερον, «17 Νοέμβρη» ήταν η οργάνωση που απείλησε πρόσωπα-σύμβολα του ελληνικού αστικού κόσμου, οικονομικού και πολιτικού, και των διεθνών στηριγμάτων του, πλήττοντας για τρεις δεκαετίες σχεδόν το «κύρος της χώρας» – δηλαδή του κράτους. Ο κύκλος της ακροαριστερής ένοπλης βίας έκλεισε χρόνια τώρα. Όμως το φάντασμα της «17ης Νοέμβρη» παραμένει ένα είδος πολυεργαλείου: Αφενός, για τη συσπείρωση του αστικού κόσμου απέναντι σε κάθε είδους Αριστερά (στην χώρα που ο Ανδρέας Παπανδρέου θεωρούνταν «κομμουνιστής» το '60 και «υποστηρικτής της 17Ν» το '80). Αφετέρου, για την καταπολέμηση κάθε ριζοσπαστισμού, της πράξης ή της γνώμης, σαν «εξτρεμιστικού», δηλαδή περίπου τρομοκρατικού. Καταργώντας αποχρώσεις, με την επιδίωξη να μειωθεί δραστικά το εύρος της νόμιμης δράσης του «πεζοδρομίου», φτάνουμε σήμερα στο αδιανόητο: τα φυλλάδια έξω από τα γραφεία της ΝΔ ή η δήλωση ενός βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ να σημαίνουν συναγερμό για τους μηχανισμούς ασφαλείας και συλλήψεις (τα πρώτα), ποταμούς ηθικού πανικού ενάντια στον «φασισμό της Αριστεράς» -sic- (η δεύτερη), πάντοτε προς επιβεβαίωση του κύρους του κράτους.
  • Με όρους πιο σύγχρονους, η φετινή 17η Νοέμβρη ήταν μια σπάνια (και ανακουφιστική...) στιγμή ενότητας-με-βάση-τον-στόχο της αριστερής αντιπολίτευσης, μπροστά στην απαγόρευση της επετειακής διαδήλωσης του Πολυτεχνείου από τον αρχηγό της αστυνομίας. Χάρη σε αυτή τη συνεργία, κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης και «πεζοδρομίου», η μεν κυβερνητική απαγόρευση κατέληξε σε φιάσκο, το δε «κύρος του κράτους» αποδείχτηκε τρωτό.

Από το «κοινωνικό συμβόλαιο», στο «κύρος του κράτους»
Στη σκέψη των κυβερνώντων, ακόμα και στις κατά παραγγελία δημοσκοπήσεις των ιδιωτικών καναλιών, το κύρος και η κυβερνητική ισχύς έχουν δεχτεί ισχυρά πλήγματα:

  • Οι καταστροφές που προκάλεσε η «Μήδεια», ακόμα και στα «ασφαλή» βόρεια προάστια, δεν διαβάστηκε ως αυτό που ήταν – ως επιπλέον απόδειξη ότι ο μηχανισμός πολιτικής προστασίας χρειάζεται ισχυρή δημόσια στήριξη. Επρόκειτο, απλά, για ένα ακόμα πλήγμα στο κύρος τους.
  • Ένα σύστημα υγείας σε μόνιμα οριακή κατάσταση επί 12 μήνες πανδημίας δεν έπεισε τους κυβερνώντες ότι το σύστημα χρειάζεται δραστική δημόσια στήριξη: το μείζον παραμένει η τήρηση των περιορισμών όλων των μη οικονομικών δραστηριοτήτων των πολιτών –όπως και να συγκαλυφθεί η προτεραιοποίηση ημετέρων και η αθέτηση των μέτρων από τον ίδιο τον πρωθυπουργό, μεταξύ Πάρνηθας και Ικαρίας–, πάντοτε προς επιβεβαίωση του κύρους των κυβερνώντων.
  • Η αποκάλυψη ενός κυκλώματος παιδοβιασμών, με εμπλεκόμενο έναν προστατευόμενο της κυβέρνησης, δεν χτύπησε «καμπανάκι» για τον εσμό των εθνικοφρόνων «αρίστων» που υλοποιούν την αντι-Μεταπολίτευση σε κρίσιμους τομείς της κοινωνικής και πολιτικής ζωής: επρόκειτο, με βάση και πάλι τις δημοσκοπήσεις, για πλήγμα στο κύρος της κυβέρνησης.
Σε όλες τις περιπτώσεις, αντί να λογοδοτήσει, στο όνομα κάποιας έννοιας δημόσιου συμφέροντος ή «κοινωνικού συμβολαίου», η κυβέρνηση προέκρινε τη διαφύλαξη του κύρους της. Με βάση τον ίδιο τρόπο σκέψης, η περίπτωση Κουφοντίνα εκτιμήθηκε ότι όχι μόνο δεν θα επιφέρει πολιτικό κόστος –δεν είμαι σίγουρος αν προβλέφθηκαν οι ρωγμές ακόμα και μέσα στον συντηρητικό κόσμο, πολιτικό και νομικό–, αλλά θα συγκάλυπτε μια διαταξική δυσαρέσκεια για τη διαχείριση της πανδημίας (μετρήσιμη για τη ΝΔ όσον αφορά τους δυσαρεστημένους καταστηματάρχες), βοηθώντας επιπλέον σε μια προεκλογική πόλωση με τον ΣΥΡΙΖΑ. Να όμως που, μετά τον ξεσηκωμό κατά της πανεπιστημιακής αστυνομίας –κορωνίδας στο πρότζεκτ «αναθεώρηση της Μεταπολίτευσης»–, η υπόθεση Κουφοντίνα επαναφέρει στους δρόμους το σύνθημα «Μητσοτάκη κάθαρμα», σήμα-κατατεθέν της περιόδου πολιτειακής ανωμαλίας που μεθόδευσε η Δεξιά τη δεκαετία του ‘60 πριν από τη στρατιωτική δικτατορία.

Το ζήτημα εδώ, όπως και νωρίτερα, υπερβαίνει κατά πολύ το κύρος του κράτους. Το κράτος ήταν και παραμένει, όχι απλά οικογενειακό «λάφυρο» των διαχειριστών του, ούτε μόνο σύνολο υπηρεσιών προς όφελος του πολίτη, αλλά -κατά τη γνωστή διατύπωση- «η επιτροπή διεύθυνσης των υποθέσεων της αστικής τάξης στο σύνολό της». Σε διεθνές επίπεδο, οι υποθέσεις αυτές –από την διαχείριση της πανδημίας με προτεραιότητες καπιταλιστικής οικονομίας, ως τη διαχείριση της γεωπολιτικής αστάθειας– φαίνεται να απαιτούν ταχύτητες και βαθμούς συγκέντρωσης πολιτικής ισχύος διαφορετικούς από αυτούς που ανέχονται ακόμα και οι λειψές φιλελεύθερες δημοκρατίες. Η διεθνής συρρίκνωση των φιλελεύθερων δημοκρατιών (την καταγράφουν, η μια μετά την άλλη, ακόμα και συστημικές δεξαμενές σκέψης) είναι συνθήκη που προφανώς λαμβάνεται υπόψη και στο εσωτερικό.

***

Εκεί που, μετά τις επαναπροωθήσεις και τον εγκλεισμό προσφύγων σε στρατόπεδα, μετά τη γενίκευση της επιτήρησης και της αστυνομικής βίας, μετά και τον κυβερνητικό έλεγχο των Μέσων, δεν είναι τώρα ανεκτή ούτε καν η παρουσία αντιπολιτευόμενων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, το ερώτημα του ΜΕΡΑ25 προς την κυβέρνηση, αν λειτουργεί ακόμα το Σύνταγμα στην Ελλάδα ή όχι, είναι βεβαίως ρητορικό: λίγο πριν να υπάρξει νεκρός απεργός πείνας στην Ευρώπη για πρώτη φορά μετά το 1981, το κράτος αρνείται επιδεικτικά τις δεσμεύσεις του από «συμβόλαια» νομιμότητας. Κι ενώ ακόμα και φιλελεύθερες φωνές τάσσονται πλέον κατά της κυβέρνησης, αναρωτιέμαι μήπως καθυστερούν υπερβολικά οι συνεργίες «πεζοδρομίου» και κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης. Για λόγους τακτικών μικρο-υπολογισμών, ή/και οριστικής επιλογής ακροατηρίων, για την ώρα τουλάχιστον, δεν φαίνεται να έχουμε «την αντιπολίτευση που μας αξίζει».