Ο ελλαδικός θατσερισμός και η εκπαίδευση

του Χρήστου Λάσκου

banner9

Είναι δεδομένο πως η εκπαίδευση είναι ένας από τους τομείς που, εδώ και ένα χρόνο, από την έναρξη της πανδημίας κιόλας, δέχεται παρατεταμένη και οξεία επίθεση μεγάλου εύρους. Ο αντιδραστικός χαρακτήρας του σχετικού «μεταρρυθμιστικού οίστρου» είναι κάτι παραπάνω από προφανής. Η «ψηφιακή πλαισίωση» του κυβερνητικού λόγου σχετικά με την εκπαίδευση, μ’ όλη την επιδίωξη να δείξει πως βρισκόμαστε μπροστά σε «εκσυγχρονιστικές τομές», δεν μπορεί, ξαναλέω, να αποκρύψει τον βαθιά αντιδραστικό χαρακτήρα της.
Από την πανεπιστημιακή αστυνομία έως την εκδίωξη από τα πανεπιστήμια των εργαζόμενων φοιτητών, που δυσκολεύονται να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους στα ασφυκτικά περιθώρια που τους παρέχονται, από την αχρείαστη, όπως κι αν το δεις, εντατικοποίηση των σπουδών για απόκτηση «δεξιοτήτων χρήσιμων στην αγορά», από την ολοένα και μεγαλύτερη γραφειοκρατικοποίηση -έλεγχο της ίδιας της διδακτικής διαδικασίας μέσω πολλαπλών «αξιολογήσεων» με… έτοιμες φόρμες, η τριτοβάθμια εκπαίδευση μετατρέπεται στο όνειρο του κάθε ΙΟΒΕ.

Επιπλέον, οι αλλαγές στο σύστημα πρόσβασης οδηγούν σε μεγάλη μείωση των νέων φοιτητών, προς τέρψιν των ιδιωτικών κολλεγίων, που αποκτούν περίπου τριάντα χιλιάδες νέους πελάτες ετησίως, ενώ με τη νομοθέτηση εξίσωσης επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων κολλεγίων και πανεπιστημίων το δώρο γίνεται πραγματικός θησαυρός. Πράγμα που ισχύει και σε ό,τι αφορά τους σχολάρχες, με την τρομερή επιδείνωση στις εργασιακές σχέσεις των ιδιωτικών εκπαιδευτικών.

Ειδικά δε για τις αλλαγές στις πανελλαδικές εξετάσεις, μεσούσης αυτής της καταραμένης χρονιάς, και ενώ οι μαθητές και οι μαθήτριες βρίσκονται υπό το κράτος ασύλληπτων πιέσεων και αγχωδών διαταραχών, μπορούμε να πούμε πως έχουμε ανάγλυφα το προφίλ των ελλαδιτών θατσερικών, όπου η απανθρωπιά ανταγωνίζεται επάξια την ταξική ιδεοληψία.

Σε ό,τι αφορά τις πρώτες δύο βαθμίδες της εκπαίδευσης, το Υπουργείο κάνοντας, μεταξύ άλλων, πραγματική επίδειξη ακραίας ανικανότητας, έχει δημιουργήσει αφόρητη κατάσταση χωρίς τον παραμικρό εκπαιδευτικό σχεδιασμό και, φυσικά, με μηδενική παιδαγωγική μέριμνα. Το μότο είναι πως τα πράγματα πάνε το δυνατόν καλύτερα, αν όχι άριστα, και, συνεπώς, το μόνο που επιτρέπεται στο εκπαιδευτικό προσωπικό είναι η απαρέγκλιτη (sic) εφαρμογή των διαδοχικών πειθαρχικών εγκυκλίων, αλλά και των τροποποιημένων κατά το δοκούν νόμων, σε ένα ρεσιτάλ αυταρχισμού χωρίς προηγούμενο. Ενδεικτικό είναι πως στις δεδομένες συνθήκες, με τα περισσότερα σχολεία για το μεγαλύτερο διάστημα κλειστά, τα επείγοντα για το Υπουργείο είναι η -και τεχνικά απολύτως ανέφικτη- καταγραφή των 14 δεικτών (!) για την «αυτοαξιολόγηση της σχολικής μονάδας» και η δημιουργία νέων «πρότυπων και πειραματικών σχολείων»!

Ό,τι του φανεί του νεοφιλελεύθερου Λωλοστεφανή; Μπορεί να είναι κι έτσι. Το γεγονός, πάντως, πως δίνεται μια τέτοια εντύπωση εξηγεί την έμπρακτα συντριπτική απόρριψη των επιλογών της Κεραμέως με ποσοστά που ξεπερνούν το 90% μονίμως -είτε πρόκειται για τις κάμερες στις τάξεις (99,8%) είτε για την υποχρεωτικά ηλεκτρονική ψηφοφορία στις εκπαιδευτικές εκλογές για αιρετούς (92%) είτε για την «αυτοαξιολόγηση» (90+%).

Ποιος σοβαρός εκπαιδευτικός, οσοδήποτε δεξιός, έχοντας και την εμπειρία, μπορεί να δεχτεί πως η «τηλεκπαίδευση» συνιστά μια θαυματουργή συνεισφορά των μητσοτακικών «τεχνοκρατών»; Ακόμη και στην Αγγλία του Μπόρις Τζόνσον είναι σοβαρότεροι μ’ αυτά. Όπως σημειώνει η επικεφαλής επιθεωρήτρια των αγγλικών σχολείων Αμάντα Σπίλμαν, η εξ αποστάσεως εκπαίδευση είναι «πραγματικό μαρτύριο» για πολλά παιδιά, τα οποία βρίσκονταν αντιμέτωπα με «την πλήξη», «τη μοναξιά» και «το άγχος». Για να προσθέσει ο πρόεδρος της Βασιλικής Ακαδημίας Παιδιατρικής και Παιδικής Υγείας, καθηγητής Ράσελ Βίνερ, «[…] οι βλάβες στην ψυχική υγεία είναι σαφείς. Ξέρουμε ότι υπάρχουν πολύ περισσότερο άγχος, κατάθλιψη και προβλήματα διατροφής στα παιδιά και στους νέους […] Αυτό που δεν ξέρουμε είναι αν προκάλεσε ένα επιφανειακό τραύμα, το οποίο θα θεραπευτεί με την επιστροφή τους στο σχολείο, ή αν θα αφήσει μακροπρόθεσμα σημάδια».

Τι συμβαίνει, λοιπόν;

Τι συμβαίνει, λοιπόν; Έχουμε να κάνουμε με ιδεοληπτικούς ακροδεξιούς, βαριά μισάνθρωπους, ταξικά τέρατα, που αδιαφορούν όχι για το δημόσιο αγαθό, αλλά για οτιδήποτε δεν μεταφράζεται σε γυμνό συμφέρον; Έχουμε να κάνουμε με παρανοϊκά θρησκόληπτους του κτητικού ατομικισμού, που δεν μπορούν παρά να μας τιμωρούν συνεχώς για να συνέλθουμε;

Έχουμε, πράγματι να κάνουμε με τέτοιους. Οι σημερινοί κυβερνώντες είναι από τις πιο επικίνδυνες συμμορίες που βρέθηκαν στην εξουσία μετά τη μεταπολίτευση.

Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, πως βρισκόμαστε μπροστά σε ένα χαώδες εγχείρημα χωρίς σχέδιο με μόνες τις αρνητικές «μέριμνες» της πειθάρχησης, του ασφυκτικού ελέγχου και της εξουδετέρωσης όλων των «αριστεροτήτων», που παρεισέφρησαν στον καλό κόσμο των «δεξιοτήτων» - για να τελειώνουμε με την μεταπολίτευση και την αριστερή (sic) ιδεολογική ηγεμονία.

Όπως σωστά το έθετε ο Γεράσιμος Κουζέλης (Εποχή, 6 Ιουνίου 2020), με αφορμή το πρώτο πολυνομοσχέδιο για την εκπαίδευση πέρσι το καλοκαίρι, αυτό περιλάμβανε πλείστες όσες «αλλότριες […] ρυθμίσεις σε ένα φαινομενικά χαώδες και ανομοιογενές πλαίσιο. Λίγη άμιλλα, λίγη “αριστεία”, πολλή εξέταση, πολλή αξιολόγηση, αρκετή τιμωρία, κάμποση ξενολαγνεία, πολλή εξυπηρέτηση πελατών […] Και παιδονόμος και αγγλικά. Αλλά η κριτική ότι δεν υπάρχει συνοχή, […], το αδικεί! […] Το νομοσχέδιο είναι ένα συνονθύλευμα εφαρμοσμένων προκαταλήψεων και αυτό το ομογενοποιεί».

Αυτές οι εφαρμοσμένες προκαταλήψεις -πειθαρχία, ποινές, διαγωγή, αυστηρές και διαρκείς εξετάσεις, «μετρήσιμα» αποτελέσματα, δηλαδή «αποτελεσματικότητα»- συγκροτούν μια συνεκτική και δραστική στις παρούσες συνθήκες ιδεολογία. Πρέπει το κίνημα να τα αναδεικνύει και να τα πολεμάει συνεχώς, τόσο όσο επιβάλλει η ευτέλειά τους -τόσο περισσότερο όσο ευτελέστερα είναι. Αν το κάνει, πράττει ορθά.

Υπάρχει, ωστόσο, κάτι στο οποίο δεν δίνουμε τη σημασία που πρέπει και, νομίζω, πρέπει να το προτάξουμε στο μέτρο που αποτελεί την καρδιά των θατσερικών επιδιώξεων.

Η κύρια επιδίωξη, η καρδιά της επίθεσης

Όπως έγραψα ήδη από την εποχή του πρώτου πολυνομοσχεδίου στην Εφημερίδα των Συντακτών (24 Ιουνίου 2020), αυτό που έχει υποβαθμιστεί στην αντιπαράθεση είναι το ζήτημα των «προτύπων». Η εμμονή του υπουργείου σε αυτό θεωρείται παράγωγο μιας, γενικού τύπου, ιδεοληψίας περί «αριστείας», που όλα τα σφάζει κι όλα τα μαχαιρώνει. Δίνει, μάλιστα, πολλές φορές δυνατότητες για λοιδορία – όταν, π.χ., οι ήδη άριστοι κυβερνήτες μας πετάνε διανοητικά κοτρώνια ή επιδεικνύουν ογκώδη άγνοια, ακόμη και για στενά ζητήματα των σπουδών τους.

Νομίζω πως είναι λάθος αντιμετώπιση. Τα «πρότυπα» δεν αφορούν παροχή προς τα «δικά μας παιδιά», μόνο. Είναι κι ένας πολιορκητικός κριός, που σχεδιάζεται να εκπορθήσει συνολικά το κεκτημένο της δημοκρατικής-ενιαίας εκπαίδευσης.

Πολλές φορές επιχειρήθηκε στο παρελθόν η δημιουργία του «διπλού» εκπαιδευτικού δικτύου στην Ελλάδα. Η στόχευση ήταν η πλειονότητα των μαθητών και μαθητριών να κάνει επαγγελματικές σπουδές και ένα μικρό σχετικά τμήμα να αποφοιτά από τη γενική εκπαίδευση, για να συνεχίσει στο πανεπιστήμιο. Το σχέδιο απέτυχε ξανά και ξανά. Την τελευταία φορά ήταν πριν από 20 χρόνια, είχε, μάλιστα, και μεγάλη ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Ο Αρσένης έβαλε τότε πανελλαδικές εξετάσεις σε 14 μαθήματα Α’ και Β’ Λυκείου, με στόχο να εξοντώσει και να βγάλει εκτός ένα μεγάλο μέρος του μαθητικού δυναμικού. Δεν τα κατάφερε, για μια σειρά από λόγους, κι «έκατσε καλά».

Το σχέδιο επανέρχεται, από την ανάποδη, με τα «πρότυπα». Αφού δεν μπορούμε να διώξουμε τους πολλούς προς «τα κάτω», θα τραβήξουμε τους λίγους προς «τα πάνω». Όταν το ένα τέταρτο των σχολείων θα είναι «πρότυπα», το διπλό δίκτυο θα είναι πραγματικότητα. Αυτό, νομίζω, είναι το θεμελιώδες σχέδιο και πρέπει, πάση θυσία, να αποτραπεί.