Το αδύνατο πένθος στον καιρό της πανδημίας

της Κατερίνας Μάτσα

banner7

Ένας χρόνος από την αρχή της πανδημίας, και το τοπίο παραμένει ζοφερό. Τα μέτρα των κυβερνήσεων για την αποφυγή της διασποράς του κορονοϊού δεν αποδίδουν, τα κρούσματα αυξάνονται διαρκώς, οι νεκροί σε όλο τον κόσμο ξεπέρασαν τα 2 εκατομμύρια. Η κοινωνία παρακολουθεί, γεμάτη φόβο αλλά και οργή, το «ακορντεόν» των αλλεπάλληλων lockdown, το όργιο της αστυνομικής καταστολής, την κατάπνιξη όλων των ελευθεριών του λαού από τη βιοεξουσία. Η αγωνία μπροστά στο απρόβλεπτο, ο διαρκής φόβος του θανάτου, η καχυποψία για τον άλλο-πιθανό φορέα του ιού, η κοινωνική απομόνωση -που επιβάλλεται για υγειονομικούς λόγους-, δημιουργούν εξαιρετικά ψυχοπιεστικές συνθήκες για όλους, που τροφοδοτούν το αίσθημα της απόγνωσης και της ψυχικής ασφυξίας.

Η γενικευμένη αβεβαιότητα για το παρόν και το μέλλον γίνεται πηγή ψυχολογικής αστάθειας, εσωτερικής έντασης και ψυχικού πόνου. Η «περιχαρακωμένη ρευστότητα», όπως περιγράφει την κατάσταση που ζούμε η Ρέα Γαλανάκη, βιώνεται ακόμα πιο ασφυκτικά, ακόμα πιο οδυνηρά από τα άτομα με τον πιο ευάλωτο ψυχισμό και τους πιο επισφαλείς όρους ζωής. Γιατί, δεν είμαστε όλοι ίσοι μπροστά στην πανδημία. Οι επιπτώσεις της έχουν ταξικό πρόσημο. Όχι μόνο ο αριθμός των κρουσμάτων και των θανάτων είναι μεγαλύτερος στα πιο υποβαθμισμένα κοινωνικά στρώματα, στις πιο υποβαθμισμένες περιοχές, αλλά και οι ψυχολογικές διαταραχές που προκαλούνται, το άγχος, οι καταθλίψεις, οι εξαρτήσεις, η βία κάθε τύπου, ενδοοικογενειακή και άλλη, οι αυτοκτονίες, έχουν μεγαλύτερες διαστάσεις στους πιο ευάλωτους.

Μέσα σε αυτό το τραυματικό πλαίσιο γινόμαστε όλοι μάρτυρες μιας ανατριχιαστικής συνθήκης, της αδυναμίας επιτέλεσης του πένθους για τους νεκρούς του κορονοϊού, με όλο το τελετουργικό που επιβάλλει η κουλτούρα για τον νεκρό.

Για υγειονομικούς λόγους, για την προστασία της δημόσιας υγείας, οι νεκροί τοποθετούνται πολύ βιαστικά σε σφραγισμένα φέρετρα και θάβονται το ταχύτερο δυνατό, παρουσία ελάχιστων συγγενών. Στην πρώτη, μάλιστα, φάση της πανδημίας, οι νεκροί σε χώρες και πόλεις με πολλούς νεκρούς θάβονταν σε μαζικούς τάφους. Στο νησάκι Μπρονξ της Νέας Υόρκης, στο Σάο Πάολο και το Ρίο ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας, στο Ιράν και αλλού, οι νεκροί τοποθετούνταν αμέσως στους τάφους, χωρίς να δίνεται ο χρόνος να τελεσθεί κηδεία, ακόμα και εκεί όπου υπήρχαν συγγενείς. Στην Ιταλία και την Ισπανία, με τις εκατόμβες των θυμάτων λόγω της κατάρρευσης των συστημάτων υγείας, οι νεκροί γέμιζαν τα νεκροτομεία, τα παρεκκλήσια, τις αυλές των εκκλησιών, και οι ταφές τελούνταν ανά είκοσι λεπτά, χωρίς διακοπή και με την παρουσία ενός ή δύο συγγενών - αν υπήρχαν. Στο Μπέργκαμο της Βόρειας Ιταλίας, τα πτώματα στα μέσα Μαρτίου 2020 ήταν τόσα πολλά, που μεταφέρονταν με αυτοκίνητα του στρατού σε γειτονικές πόλεις για να αποτεφρωθούν. Θα μας συγκλονίζει πάντα η εικόνα -που έκανε τον γύρο του κόσμου- αυτής της αυτοκινητοπομπής με τα φέρετρα.

Αυτοί οι νεκροί από covid-19 πέθαναν, είτε στο νοσοκομείο είτε στο σπίτι, μέσα στην απόλυτη μοναξιά, χωρίς έναν άνθρωπο να τους κρατάει το χέρι και τάφηκαν ή αποτεφρώθηκαν όσο πιο γρήγορα γινόταν, μέσα στην απόλυτη σιωπή, χωρίς θρήνους και επικήδειες τελετές.

Αυτή η ανατριχιαστική συνθήκη, όπου η κοινωνία απαγορεύει στους ανθρώπους να θάψουν τους νεκρούς τους, απαγορεύει ακόμα και το πένθος σαν ομαδική διαδικασία, συνιστά τομή στην Ιστορία της ανθρωπότητας.

Το πένθος για τους νεκρούς, η ταφή, τα ταφικά έθιμα βρίσκονται στη ρίζα του ανθρώπινου πολιτισμού. Ακόμα και ο Νεάντερνταλ επιτελούσε ταφή των νεκρών του και μάλιστα μέσα σε άνθη. Τα ταφικά έθιμα είναι όρος της κοινωνικής ζωής, μέρος του κοινωνικού δεσμού. Μέσα από την τελετουργία των ταφικών εθίμων αναπτύσσονται δεσμοί αλληλεγγύης ανάμεσα σε όσους μοιράζονται τη θλίψη για την απώλεια, τον θρήνο, το ξενύχτι του νεκρού, τη μακαριά, που ακολουθεί την κηδεία. Σε όλες τις κοινωνίες, κατά τους ανθρωπολόγους, υπάρχει το λεγόμενο «εθιμο της κηδείας», που το σέβονται όλοι. Αυτό το έθιμο ενισχύει το ομαδικό πνεύμα, τους δεσμούς αλληλεγγύης της κοινότητας, την ελπίδα της ζωής, που νικά τον θάνατο. Η εμπειρία του πένθους δεν αποτελεί στενά ατομικό ζήτημα, έχει κοινωνική διάσταση. Είναι εμπειρία που τη μοιράζεσαι όχι μόνο με τους συγγενείς και τους φίλους, αλλά με όλο το κοινωνικό σώμα. Αποτελεί ένα είδος «συμβολικής ανταλλαγής» -όπως την ορίζει ο Μπωντριγιάρ- μεταξύ ζωντανών και νεκρών, μια διαδικασία που δίνει νόημα στην απώλεια, αλλά και στη ζωή, δημιουργώντας ένα τείχος προστασίας απέναντι στον θάνατο.

Η πράξη της Αντιγόνης να θάψει και να πενθήσει τον άταφο αδελφό της, παραβιάζοντας τους νόμους του Κρέοντα, αναδεικνύει το νόημα του ανθρώπινου. Τα Ανθρώπινα όντα θάβουν και πενθούν τους νεκρούς τους, τα ζώα όχι. Το χρέος που εκπληρώνει η Αντιγόνη δεν αφορά μόνο τον αδελφό της, αλλά ολόκληρο το ανθρώπινο είδος και τον πολιτισμό του.

Αυτό που χαρακτηρίζει την εποχή μας είναι ο «αποκλεισμός του νεκρού και του θανάτου» από τη ζωή των ανθρώπων. Η «κανονικότητα» των ζωντανών, σήμερα, είναι ασυμβίβαστη με την παρουσία του θανάτου. Η σημερινή πανδημία φέρνει στο επίκεντρο της ζωής μας αυτόν ακριβώς τον αποκλεισμό, στην πιο ακραία και την πιο τραγική μορφή του.

Ο υποχρεωτικός, άμεσος ενταφιασμός, χωρίς επικήδειες τελετές των θυμάτων του κορονοϊού, και μάλιστα σε μαζικούς τάφους, δεν είναι παρά μια ακραία μορφή αυτού ακριβώς του αποκλεισμού του θανάτου από τη ζωή.

Όταν, όμως, το πένθος δεν είναι δυνατό να επιτελεσθεί και να εγγραφεί στο κοινωνικό σώμα μέσα από τις επικήδειες τελετές, τότε γεννά ψυχοπαθολογία και εγγράφεται ως σύμπτωμα. Αυτό αφορά όχι μόνο τους συγγενείς των νεκρών, αλλά ολόκληρη την κοινωνία. Το πένθος που δεν επιτελέστηκε, το αδύνατο πένθος, την κάνει ευάλωτη. Το αδύνατο πένθος μεταδίδεται διαγενεακά, μέχρι τρίτης γενεάς. Αυτή η μετάδοση αποτελεί βαρύ φορτίο που είναι υποχρεωμένες να κουβαλούν οι επόμενες γενιές, μπλοκάροντας την επιτέλεση κάθε καινούργιου πένθους.

Οι ψυχοπαθολογικές εκδηλώσεις που μπορεί να παρουσιαστούν, παίρνουν διάφορες μορφές, με πιο ακραία την άρνηση αποδοχής του συγκεκριμένου θανάτου, την εισαγωγή του νεκρού σε μια κρύπτη στον ψυχισμό. Η κρυπτοφορία συνοδεύεται, συνήθως, από το αίσθημα της αποξένωσης από τον εαυτό, της αφόρητης εσωτερικής ερημιάς, της βαθιάς θλίψης, που δεν είναι ακριβώς κλινική κατάθλιψη. Υπάρχουν πολλές μορφές κρύπτης, που μεταβιβάζονται διαγενεακά.

Σε κάποιες περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν οι απώλειες και οι καταστροφές αφορούν ολόκληρες κοινωνίες,, οι κρύπτες έρχονται να φωλιάσουν στα κενά της Ιστορίας, στις μεγάλες σιωπές, στις πλαστογραφήσεις ιστορικών γεγονότων. Οι συνέπειες είναι τρομακτικές. Αβάσταχτος ψυχικός πόνος στους απογόνους, ψυχοπαθολογικές εκδηλώσεις, γενικευμένη ψυχική δυσφορία.

Είναι φανερό ότι η συνθήκη του αδύνατου πένθους και της κρύπτης, που δημιουργεί η σημερινή πανδημία covid-19 καθώς η κοινωνία στερεί από τους νεκρούς τις επικήδειες τελετές, έχει τη συνέπεια ότι ο «διάλογος» των ζωντανών με τους νεκρούς τους γίνεται αδύνατος και τα όρια ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο συγχέονται. Τότε οι νεκροί έρχονται να κατοικήσουν στο βασίλειο των ζωντανών και κρύπτες κατακλύζουν τις ψυχές των ανθρώπων, που υποχρεώνονται πια να ζουν στη σκιά του θανάτου…