Η ηγεμονία του προοδευτικού νεοφιλελευθερισμού

της Nancy Fraser

Απόσπασμα από το βιβλίο The Old is Dying and the New Cannot be Born, εκδόσεις Verso, 2019, σε μετάφραση Χρήστου Βαλλιάνου.
banner8

Πριν από τον Τραμπ, το ηγεμονικό μποκ που κυριαρχούσε στην αμερικανική πολιτική ήταν ο προοδευτικός νεοφιλελευθερισμός. Παρ’ ότι ίσως ακούγεται ως οξύμωρο, επρόκειτο για μια πραγματική και πανίσχυρη συμμαχία δυο ανόμοιων εταίρων: από τη μια μεριά, των κοινά αποδεκτών φιλελεύθερων ρευμάτων των νέων κοινωνικών κινημάτων (του φεμινισμού, του αντιρατσισμού, της πολυπολιτισμικότητας, του περιβαλλοντισμού, και των LGBTQ δικαιωμάτων)̇̇ ̇από την άλλη, των πιο δυναμικών, προωθημένων, εμβληματικών και χρηματοπιστωτικών τομέων της οικονομίας των ΗΠΑ (Γουόλ Στρητ, Σίλικον Βάλεϊ και Χόλυγουντ). Το συνεκτικό στοιχείο αυτού του παράδοξου ζεύγους ήταν ένας ιδιαίτερος συνδυασμός απόψεων σχετικά με την κατανομή και την αναγνώριση.

Το προοδευτικό νεοφιλελεύθερο μπλοκ συνδύαζε ένα απαλλοτριωτικό πλουτοκρατικό οικονομικό πρόγραμμα με μια φιλελεύθερη – αξιοκρατική πολιτική αναγνώρισης. Η κατανεμητική συνιστώσα αυτού του αμαλγάματος ήταν νεοφιλελεύθερη. Οι τάξεις που ηγούντο αυτού του μπλοκ, αποφασισμένες να αποσπάσουν τις δυνάμεις της αγοράς από το βαρύ χέρι του κράτους και τον ακρογωνιαίο λίθο του δίδυμου «επιβολή φόρων – πραγματοποίηση δαπανών», στόχευαν στη φιλελευθεροποίηση και παγκοσμιοποίηση της καπιταλιστικής οικονομίας. Στην πραγματικότητα, αυτό σήμαινε χρηματιστικοποίηση: κατάργηση των φραγμών και της προστασίας απέναντι στην ελεύθερη κίνηση των κεφαλαίων, απορρύθμιση και διόγκωση του αρπακτικού χρέους, αποβιομηχανοποίηση, εξασθένιση των συνδικάτων, και εξάπλωση της επισφαλούς και χαμηλά αμειβόμενης εργασίας. Oι πολιτικές αυτές, που κατά μια ευρέως αποδεκτή άποψη συνδέονται τον Ρόναλντ Ρέηγκαν, αλλά που εφαρμόστηκαν σε βάθος και εδραιώθηκαν από τον Μπιλ Κλίντον, διεύρυναν το χάσμα ανάμεσα στο επίπεδο διαβίωσης της εργατικής τάξης και αυτό των μεσαίων τάξεων, ενώ ταυτόχρονα μετέφεραν πλούτο και αξία προς τα ανώτερα στρώματα – κυρίως το υψηλότερο 1%, αλλά και εν γένει τα ανώτερα κλιμάκια των επαγγελματικών διευθυντικών τάξεων.

Δεν ήταν οι προοδευτικοί νεοφιλελεύθεροι αυτοί που ονειρεύτηκαν αυτήν την πολιτική οικονομία. Η τιμή αυτή ανήκει στη Δεξιά: στους διανοούμενους φωστήρες της Φρίντριχ Χάγιεκ, Μίλτον Φριντμαν, και Τζέιμς Μπούχμαν ̇ στους οραματιστές πολιτικούς Μπάρι Γκολντγουώτερ και Ρόναλντ Ρέηγκαν ̇και, μεταξύ πολλών άλλων, στους πάμπλουτους πρωτοπόρους της, Τσαρλς και Ντέιβιντ Κοχ. Ωστόσο, η δεξιόστροφη φoνταμενταλιστική εκδοχή του νεοφιλελευθερισμού δεν θα μπορούσε να καταστεί ηγεμονική σε μια χώρα της οποίας η κοινή λογική παρέμενε διαμορφωμένη από τις ιδέες του Νιου Ντιλ, την «επανάσταση των δικαιωμάτων», και μια πλειάδα κοινωνικών κινημάτων που προέρχονταν από τη Νέα Αριστερά. Προκειμένου να θριαμβεύσει, το πρόταγμα του νεοφιλελευθερισμού θα έπρεπε να ανασυσκευαστεί, να αποκτήσει μια ευρύτερη απεύθυνση, και να συνδεθεί με άλλες μη οικονομικές χειραφετητικές προσδοκίες. Μια τέτοια οπισθοδρομική πολιτική οικονομία θα μπορούσε να καταστεί το δυναμικό κέντρο ενός νέου ηγεμονικού μπλοκ μόνο εφ’ όσον εμφανιζόταν ως προοδευτική.

Έλαχε λοιπόν στους «νέους Δημοκράτες» το καθήκον να συνεισφέρουν το κρίσιμο συστατικό: μια προοδευτική πολιτική αναγνώρισης. Στηριζόμενοι σε προοδευτικές δυνάμεις από την «κοινωνία των πολιτών», μετέδιδαν μια ηθική επιδερμικά εξισωτική και χειραφετητική. Στον πυρήνα αυτής της ηθικής βρίσκονταν οι αξίες της «ποικιλότητας», της χειραφέτησης των γυναικών, των δικαιωμάτων των LGBTQ+, του μεταφυλετισμού, της πολυπολιτισμικότητας, και του περιβαλλοντισμού. Οι αξίες αυτές ερμηνεύονταν με ένα συγκεκριμένο και περιορισμένο τρόπο που ήταν απόλυτα συμβατός με την Γκόλντμαν-Σαξικοποίηση της οικονομίας των ΗΠΑ: Προστασία του περιβάλλοντος σήμαινε ανταλλαγή των δικαιωμάτων άνθρακα. Προώθηση της ιδιοκατοίκησης σήμαινε ομαδοποίηση των δανείων υψηλού κινδύνου και επαναπώλησή τους ως ομολόγων με δικαίωμα πρώτης υποθήκης. Ισότητα σήμαινε αξιοκρατία.

Η αναγωγή της ισότητας στην αξιοκρατία στάθηκε ιδιαίτερα σημαδιακή. Το προοδευτικό – νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα για ένα δίκαιο θεσμικό καθεστώς δεν στόχευε στην κατάργηση της κοινωνικής ιεραρχίας αλλά στη «διαφοροποίησή» της, στη «χειραφέτηση» των «ταλαντούχων» γυναικών, των έγχρωμων και των σεξουαλικών μειονοτήτων, προκειμένου να αποκτήσουν πρόσβαση στην κορυφή. Το ιδεώδες αυτό είναι ενδοφυώς ταξικό, προσανατολισμένο στην εξασφάλιση του ότι τα προερχόμενα από «υποεκπροσωπούμενες» ομάδες «αξιόλογα» άτομα θα είναι σε θέση να καταλαμβάνουν θέσεις και να αμείβονται με τον ίδιο τρόπο όπως και τα στρέιτ λευκά κολάρα της τάξης τους. Η φεμινιστική εκδοχή του ιδεώδους είναι εύγλωττη, αλλά δυστυχώς, όχι μοναδική. Οι δικαιούχες του, εστιάζοντας στο να «αρπάζουν την ευκαιρία» και να «σπάνε το γυάλινο φράγμα» δεν θα μπορούσαν να είναι άλλες από τις ήδη κατέχουσες το απαιτούμενο κοινωνικό, πολιτιστικό και οικονομικό κεφάλαιο. Όλοι οι άλλοι(ες) θα παραμείνουν κολλημένοι(ες) στην κατώτερη βαθμίδα.

Η στρεβλή αυτή πολιτική αναγνώρισης γοήτευσε σημαντικές μερίδες προοδευτικών κοινωνικών κινημάτων στο νέο ηγεμονικό μπλοκ. Ασφαλώς, δεν προσχώρησαν όλες οι φεμινίστριες, οι αντιρατιστές, οι φίλοι της πολυπολιτισμικότητας κοκ, στην προοδευτική νεοφιλελεύθερη υπόθεση, ωστόσο αυτοί(ές) που το έκαναν, συνειδητά ή όπως αλλιώς, αποτέλεσαν το μεγαλύτερο και πλέον ορατό τμήμα των αντίστοιχων κινημάτων τους, ενώ αυτοί(ές) που του αντιστάθηκαν περιορίστηκαν στο περιθώριο. Είναι σίγουρο ότι η προοδευτικότητα του προοδευτικού-νεοφιλελεύθερου μπλοκ βρισκόταν στους νεότερους εταίρους του, που ήταν κατά πολύ ασθενέστεροι από τους συμμάχους τους στη Γουώλ Στρητ, το Χόλυγουντ και τη Σίλικον Βάλεϊ. Ωστόσο, προσέφεραν κάτι πολύ ουσιαστικό σ’ αυτό τον επικίνδυνο δεσμό: το χάρισμα, ένα «νέο πνεύμα καπιταλισμού». Αποπνέοντας μια αύρα χειραφέτησης, αυτό το νέο «πνεύμα» προσέδωσε στην νεοφιλελεύθερη οικονομική δραστηριότητα ένα ρίγος ενθουσιασμού. Μ’ αυτό τον τρόπο, αυτό που κάποτε ήταν ζοφερό, τώρα, συσχετισμένο με τη σκέψη προς το μέλλον, και την απελευθέρωση, τον κοσμοπολιτισμό και το ηθικά προωθημένο, έγινε συναρπαστικό. Σ’ ένα μεγάλο βαθμό, χάρη σ’ αυτή την ακριβώς την ηθική, οι πολιτικές που προήγαγαν μια ευρύτατη προς τα πάνω ανακατανομή πλούτου και εισοδήματος απέκτησαν μια πατίνα νομιμοποίησης.

Ωστόσο, προκειμένου να κατακτήσει την ηγεμονία, το αναδυόμενο προοδευτικό – νεοφιλελεύθερο μπλοκ έπρεπε να νικήσει δυο διαφορετικούς ανταγωνιστές. Κατ’ αρχή θα έπρεπε να εξαλείψει τα όχι ασήμαντα απομεινάρια της συμμαχίας του Νιου Ντηλ. Η κλιντονική πτέτυγα του Δημοκρατικού κόμματος, προηγούμενη του Νέου Εργατικού Κόμματος του Τόνι Μπλερ, πολύ αθόρυβα αποσυνέμπλεξε αυτή την παλιά συμμαχία. Στη θέση ενός ιστορικού μπλοκ που είχε κατορθώσει να συνενώσει την οργανωμένη εργασία, τους μετανάστες, τους αφροαμερικανούς, τις μεσαίες τάξεις των πόλεων, και κάποια τμήματα του μεγάλου βιομηχανικού κεφαλαίου επί αρκετές δεκαετίες, δημιούργησαν μια συμμαχία επιχειρηματιών, τραπεζιτών, κατοίκων των προαστίων, «εμβληματικών εργατών», νέων κοινωνικών κινημάτων, ατόμων λατινοαμερικανικής καταγωγής, και νέων, ενώ παράλληλα διατήρησαν την στήριξη των αφροαμερικανών, που ένιωθαν ότι δεν είχαν να πάνε κάπου αλλού. Ο Μπιλ Κλίντον κέρδισε την κούρσα της ανάδειξης του Δημοκρατικού υποψηφίου για το Προεδρικό αξίωμα το 1991-92, με ένα λόγο για την ποικιλότητα, την πολυπολιτισμικότητα, και τα δικαιώματα των γυναικών, ενώ ταυτόχρονα ετοιμαζόταν να βαδίσει το δρόμο της Γκόλντμαν Σακς.