Η διχοτόμηση της Κύπρου ως απειλή και ως εδραιωμένη κατάσταση

Παρουσίαση του βιβλίου του Γρηγόρη Ιωάννου, «O Ντενκτάς στον Νότο: η κανονικοποίηση της διχοτόμησης στην ελληνοκυπριακή πλευρά», Εκδόσεις Ψηφίδες, 2019*

Event-in-Ammohostos-during-Erdogans-visit
του Τάκη Χατζηδημητρίου**

Ο τίτλος του βιβλίου του Γρηγόρη Ιωάννου «Ο Ντενκτάς στο Νότο» είναι προκλητικός. Σε κάνει να διερωτάσαι για το νόημά του. Σου παίρνει χρόνο, όπως συνέβη και με τον ίδιο τον συγγραφέα, να τον εννοήσεις και τελικά να τον συνειδητοποιήσεις. Κι αυτό είναι η πρώτη επιτυχία του βιβλίου. Σε υποχρεώνει να μετάσχεις στον προβληματισμό του συγγραφέα. Να διαβείς μαζί του τον πολύπλοκο μηχανισμό διαμόρφωσης καταστάσεων, που στην αντίληψή μας φθάνουν, συνήθως, ως νοοτροπίες και συνθήματα. Αναζητεί τη σπορά της διαίρεσης και διαπιστώνει ότι: «Η άνοδος του εθνικισμού (στη δεκαετία του 1940) συνέβαλε στον προοδευτικό διαχωρισμό των κοινοτήτων». Σίγουρα ο εθνικισμός συνέβαλε στον διαχωρισμό, όμως την καθοριστική και αγεφύρωτη ρήξη έφερε ο ένοπλος αγώνας. Η επιλογή του Γρίβα ως αρχηγού. ΟΠΛΑ η ΕΟΚΑ, ΟΠΛΑ οι Άγγλοι, ΟΠΛΑ οι Τούρκοι. Εμπλοκή της Ελλάδας με την ΕΟΚΑ και εμπλοκή της Τουρκίας με την ΤΜΤ, οι διακοινοτικές ταραχές, οι φόνοι των αριστερών. Απ’ εκεί και πέρα η τύχη της Κύπρου ήταν προδιαγεγραμμένη.

Σημειώνει ο συγγραφέας: «Ο συμβιβασμός της Ζυρίχης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας και η επικύρωσή του στο Λονδίνο από τους Βρετανούς, τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και το Φαζίλ Κουτσιούκ εκ μέρους των κοινοτήτων διάνοιξε πραγματικά μια νέα εποχή».

Εδώ είναι που υστερήσαμε. Δεν καταλάβαμε ότι με όλες τις δυσκολίες και τα προβλήματα, μια νέα εποχή άρχιζε για την Κύπρο, που ζητούσε από μας να υπερβούμε το παρελθόν και να δούμε το μέλλον με διαφορετικό τρόπο. Όμως, στη δεκαετία του 1960 επαναλάβαμε εκείνα που ξέραμε από τη δεκαετία του 1950: διακοινοτικές συγκρούσεις, φόνους και αίμα. Ήταν τα όρια ενός κράτους που σύμφωνα με τη διαπίστωση του συγγραφέα «η στελέχωσή του […] έγινε νοητή περισσότερο ως συνέχεια παρά ως ρήξη με την αποικιακή περίοδο». Με την έκρηξη τη ένοπλης βίας η όση ανεξαρτησία εκχωρήθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία αμφισβητήθηκε. Οι «μητέρες πατρίδες» και οι Αμερικανοί σε περίοδο Ψυχρού Πολέμου παρενέβαιναν διαλυτικά για την Κυπριακή Δημοκρατία. Ρόλος της ελληνοκυπριακής ηγεσίας να αντιστέκεται στη διάλυση, αλλά και σταδιακά να διαβρώνεται.

Η χρονιότητα της εκκρεμότητας οδήγησε από κρίση σε κρίση, ιδιαίτερα μετά την επιβολή της χούντας, με τελική πια φάση το πραξικόπημα, την εισβολή και την ντε φάκτο διχοτόμηση.

Τον πόνο που πέρασαν οι Τουρκοκύπριοι την δεκαετία 1964-1974 διαδέχτηκε ο πόνος των Ελληνοκυπρίων μετά το 1974. Ό,τι ακολούθησε ήταν ο πλήρης πια διαχωρισμός στο έδαφος και στον πληθυσμό. Ο συγγραφέας σχολιάζει ότι «Οι επαφές ΕΚ και ΤΚ την περίοδο 1975 ως το 2003 μηδενίστηκαν» και προσθέτει «Ανήκω στη γενιά που γεννήθηκε μετά το 1974 και ενηλικιώθηκε σε συνθήκες πλήρους διαχωρισμού». Αναφέρεται ιδιαίτερα στον χώρο της παιδείας για να τονίσει ότι η λέξη Τουρκοκύπριος ήταν απαγορευμένη. Και συνεχίζει: «Είθισται να λέγεται ότι τα γεγονότα του 1974 με το πραξικόπημα και την εισβολή έθαψαν οριστικά την ιδέα της ένωσης περιθωριοποιώντας την. Αυτό ισχύει μόνο σε καθαρά πολιτικό επίπεδο, και ακόμα κι εκεί χρειάζεται να διευκρινιστεί ότι αυτό που θάφτηκε το 1974 ήταν το πτώμα της ‘‘Ενώσεως’’ διότι πολιτικά νεκρή ήταν από το 1957, αν όχι και πιο πριν. Παρ’ όλα αυτά, είναι σημαντικό να λεχθεί ότι το ελληνοκυπριακό σχολείο παρέμεινε και μετά το 1974 -και μέχρι σήμερα- ενωτικό ως προς τον γενικό του ιδεολογικό προσανατολισμό».

Η περίοδος 1974 -2003, φορτισμένη με επώδυνες αναμνήσεις, συνοδεύτηκε με νέες εντάσεις. Η μονομερής ανακήρυξη της Ανεξαρτησίας από τον Ντενκτάς επέτεινε τον διαχωρισμό και έφερε σε νέα ύψη την αντιπαράθεση.
Ήταν όμως και περίοδος δραστηριοποίησης των Ηνωμένων Εθνών για επίλυση του προβλήματος, με πιο ουσιαστική την υποβολή προτάσεων του Γ.Γ. του ΟΗΕ Μπούτρος – Μπούτρος Γκάλι το 1989 και μείζον γεγονός την αίτηση ένταξης στην ΕΕ το 1990.

Ο συγγραφέας χαρακτηρίζει ως τη σημαντικότερη εξέλιξη, μετά το 1974, στις διακοινοτικές σχέσεις «Το άνοιγμα των οδοφραγμάτων» τον Απρίλη του 2003 και τονίζει: «Είναι εκπληκτικό το πόσο εύκολα και αιφνίδια ανατράπηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο το ιδεολογικό εποικοδόμημα και η συνεπακόλουθη κουλτούρα του φόβου εκείνους τους πρώτους μήνες μετά το άνοιγμα, προκαλώντας απορία και στις δυο εξουσίες». Ό,τι συνέβη ήταν εκπληκτικό. Ένας λαός έβγαινε στο προσκήνιο της Ιστορίας. Κατακρήμνιζε διαχωρισμούς και αναζητούσε μια νέα πορεία, μια νέα αρχή. Ήταν ένα συμβάν μοναδικό, όχι μόνο για την Κύπρο αλλά και ευρύτερα για τόπους με εμφύλιους και εθνοτικές συγκρούσεις.

Το φαινόμενο αποδεικνύει τη δύναμη της συγκυρίας. Αν αξιοποιηθεί, αλλάζει το ρουν της Ιστορίας, αν χρονίσει, εκφυλίζεται και χάνεται. Γίνεται σκελετός της Ιστορίας. Σχετική και χαρακτηριστική είναι η ρήση του Λένιν για τη δική του επανάσταση: Χθες ήταν νωρίς, αύριο θα είναι αργά.

Στην περίπτωση όμως της Κύπρου υπάρχουν άλλα δεδομένα. Ακόμη και όταν υπάρχουν οι συγκυρίες, ακόμη και αν εκδηλωθεί η βούληση της κοινωνίας των πολιτών, αν η ηγεσία δεν συναινέσει, δεν πιστέψει στην αλλαγή, είναι σε θέση να την ματαιώσει. Το επιτρέπει το ατελές δημοκρατικό σύστημα και η ύπαρξη βαθέος κράτους. Το βιβλίο επικεντρώνει την προσοχή του σ’ εκείνη τη φοβερή νύκτα της 24ης Απρίλιου 2004, όταν στο δημοψήφισμα για το σχέδιο του Γενικού Γραμματέα Κόφι Ανάν οι Τουρκοκύπριοι ψήφιζαν υπέρ της λύσης και οι Ελληνοκύπριοι εναντίον. Έκπληξη το ΟΧΙ του ΑΚΕΛ. Συμφωνώ με το συγγραφέα όταν γράφει ότι «Το ΑΚΕΛ πέταξε την ιστορική ευκαιρία να πρωταγωνιστήσει και περιθωριοποιήθηκε πλήρως καθώς ουσιαστικά έμεινε παθητικό στη μάχη που διεξήχθη τότε, την οντολογικού μεγέθους αντιπαράθεση μεταξύ του σκληρού πυρήνα του Ναι, με κυρίως αριστερό και φιλελεύθερο ιδεολογικό πρόσημο και ενός σκληρού πυρήνα του Όχι, με εθνικιστικό και συντηρητικό ιδεολογικό πρόσημο». Δεν θα επεκταθώ στο πώς καταλήξαμε στο 76% υπέρ του ΟΧΙ. Θα πω μόνο ότι για όλους εμάς που πήγαμε με το ΝΑΙ το αποτέλεσμα σήμαινε περαιτέρω εμβάθυνση αυτού που έγινε το 1974. Σε ό,τι αφορά τους Τουρκοκύπριους οπαδούς της λύσης, κυριάρχησε η αίσθηση απόρριψης και εγκατάλειψής τους από τους Ελληνοκύπριους. Ήταν αυτή ακριβώς η πίκρα που γέννησε, εκείνη τη νύκτα, το σύνθημα «Ο Ντενκτάς στον Νότο».

Ό, τι ακολούθησε ήταν η σταδιακή εμπέδωση των τετελεσμένων. Μας λέγει ο συγγραφέας: «η διχοτόμηση της Κύπρου κτίστηκε κομμάτι-κομμάτι, διαχρονικά μες από την ιστορία της διακοινοτικής σύγκρουσης, συντηρήθηκε και αναπαράχθηκε μέσα από τις πολιτικές ηγεσιών, τις δομές και τους θεσμούς και σε σημαντικό βαθμό κανονικοποιήθηκε ως καθημερινότητα παρά τα μύρια προβλήματα που ενέχει, τους κίνδυνους που κουβαλά και τον παραλογισμό που την συγκροτεί συνολικά». Διαπιστώνει ότι αυτά που προηγουμένως λέγονταν υπαινικτικά ως επιμέρους απόψεις «εμείς ποδά τζιαι τζείνοι ποτζιεί» άρχισαν να διαμορφώνονται σε νοοτροπία και κατεύθυνση.

Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η διζωνική και δικοινοτική ομοσπονδία παραμένει η μόνη διέξοδος για την επανένωση του νησιού. Είναι μία συμβιβαστική λύση που απαιτεί ορθολογισμό. Μια συμφωνία που δε θα φέρει ενθουσιασμό, επειδή βασίζεται στη λογική και όχι στο συναίσθημα. Ο συγγραφέας, όμως, υποστηρίζει ότι σε περίπτωση που θα επιτευχθεί, θα γίνει ανεχτή ή καλύτερα αποδεκτή «με εξαίρεση ίσως μια μερίδα της ακροδεξιάς».

Όσοι δε συνειδητοποίησαν το «Ντενκτάς στον Νότο» το 2004, το κατάλαβαν αργότερα στο Μοντ Πελεράν και στο Γκραν Μοντανά. Τώρα σίγουρα βλέπουν τον Ντενκτάς να απολαμβάνει ευτυχισμένος τους καρπούς των κόπων του: Την Κύπρο με εμπέδωση της διχοτόμησης.

Πολύ σωστά επισημαίνει ο συγγραφέας ότι το ΟΧΙ «Υπήρξε το τέλος της εικόνας των διαλλακτικών Ελληνοκυπρίων και των αδιάλλακτων Τουρκοκυπρίων». Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος σήμανε ουσιαστική στροφή του διεθνούς παράγοντος έναντι του Κυπριακού. Έκτοτε τα Ηνωμένα Έθνη αποστασιοποιούνται από τις θέσεις των Ελληνοκυπρίων, αν δεν τοποθετούνται κιόλας κριτικά ή και αρνητικά σε κάποιες περιπτώσεις. Η ΕΕ έκανε πια χωριστά ανοίγματα, τόσο έναντι των Τουρκοκυπρίων όσο και έναντι της Τουρκίας. Αναβάθμισε τις σχέσεις της με τη τουρκοκυπριακή πλευρά, εγκαθίδρυσε Γραφείο στην τουρκική συνοικία της Λευκωσίας, πρόσφερε οικονομική βοήθεια και ως ένα σημείο πολιτική αναγνώριση. Το Συμβούλιο της Ευρώπης αναγνωρίζει στην Κοινοβουλευτική του Συνέλευση δύο αντιπροσωπίες από την Κύπρο. Σε άλλους διεθνείς οργανισμούς, όπως στη Διακοινοβουλευτική Ένωση, είναι μέλος με αστερίσκο και με παράλληλη ανεπίσημη σχέση με την τουρκοκυπριακή κοινότητα.

Η ελληνοκυπριακή ηγεσία για να στηρίξει το ΟΧΙ επικαλέστηκε οικονομικούς λόγους. Επιχείρημα συμφεροντολογικό, που μας στέρησε και κάθε ηθικό έρεισμα. Οι προεδρικές του 2008 έκαναν φανερή την αδιέξοδη πολιτική του Τάσσου Παπαδόπουλου και έδωσαν την ευκαιρία στο Χριστόφια να ανατρέψει το αρνητικό κλίμα. Ο ελπίδες για διευθέτηση και αποτροπή της διχοτόμησης αναπτερώθηκαν. Ως πιο σημαντική σύγκλιση στις συνομιλίες Χριστόφια – Ταλάτ ο Γρηγόρης θεωρεί, και σε αυτό μας βρίσκει σύμφωνους, τη φόρμουλα της εκ περιτροπής Προεδρίας (με αναλογία 5 προς 2) συνοδευόμενη από διασταυρούμενη και σταθμισμένη στο 20% ψήφο. Μια συμφωνία που για πρώτη φορά ενοποιούσε το εκλογικό σώμα και θεμελίωνε την έννοια του κοινού συμφέροντος και του κοινού μέλλοντος.

Έχει δίκαιο να θεωρεί λάθος την άρνηση της υπογραφής των συμφωνηθέντων όταν το ζήτησε όχι μόνο ο Ταλάτ αλλά και ο Μπα Κι Μουν κατά την επίσκεψή του στην Κύπρο. Τούτο επέτρεψε στο ΔΗΣΥ και τα άλλα κόμματα να παρέμβουν διαβρωτικά σε ό,τι συμφωνήθηκε.

Ο Αναστασιάδης στις συνομιλίες του με τον Ακκιντσί σταδιακά επανέφερε συγκλίσεις του Χριστόφια – Ταλάτ και προχώρησε ακόμη πιο πέρα σε θέματα εκτελεστικής εξουσίας, μεταβατικών περιόδων και δικαιωμάτων και ασφάλειας. Στα τέλη του 2016 η λύση ήταν ορατή και διαπιστωμένη από τους ίδιους του ηγέτες. Στο Μοντ Πελεράν κατατέθηκε από τον Ακκιντσί και χάρτης που συναντούσε τις ελληνοκυπριακές απαιτήσεις. Με την εκ περιτροπής Προεδρία και την επιστροφή του Μόρφου η υπόθεση της λύσης ήταν περίπου δεδομένη. Σαφής κι αποφασιστική ήταν η στήριξη που το ΑΚΕΛ και ο Άντρος Κυπριανού πρόσφεραν στον Αναστασιάδη. Στήριξη που δεν της έλειπε η ανάληψη της πολιτικής ευθύνης και του θάρρους. Ο επίλογος γράφτηκε στο Γκραν Μοντανά, όταν αντί να συζητούμε τις προτάσεις του Γκουτέρες διαπληκτιζόμαστε με τον Τζαβούσογλου. Όταν ήταν έτοιμοι οι πρωθυπουργοί να μετάσχουν και τους μηνύσαμε να μην έρθουν.

Έχω και κάποιες παρατηρήσεις:

Πρώτα για τα ΜΜΕ. Συμφωνώ με τον συγγραφέα ότι συνεργοί αν όχι θεμελιωτές της διχοτομικής πορείας είναι τα πλείστα ΜΜΕ, έντυπα και ηλεκτρονικά. Λίγα εκείνα της συναίνεσης και της λύσης. Κι αυτά χρειάζονται την προστασία και τη στήριξή μας. Μπορεί κάποτε να ξεστρατίζουν και δέχονται γι’ αυτό τη δίκαιη και αυστηρή κριτική μας. Όμως κρίνοντας τη συνολική πολιτική τού ΠΟΛΙΤΗ, θεωρώ άδικη τη διαπίστωση ότι βρέθηκε ύστερα από το Μαρί «σε πορεία παρακμής που έφτασε σε διάφορες περιπτώσεις στο επίπεδο του κίτρινου Τύπου». Και λίγα λόγια για το γλωσσάρι. Ναι υπάρχει η γλώσσα της σύγκρουσης και της διαίρεσης και η γλώσσα της συνεννόησης και της συμπόρευσης. Η γλώσσα της σύγκρουσης με τους υποτιμητικούς όρους που αρχίζουν από το ψευδο- κ.λπ. έχουν πια, σύμφωνα με τη διαπίστωση του συγγραφέα, γελοιοποιηθεί. Άλλοι όροι όπως ο χαρακτηρισμός του Ακιντσί σαν «κατοχικού ηγέτη» έπαυσαν να είναι αποδοτικοί, γιατί δεν είναι πειστικοί. Υπάρχει και το γλωσσάρι εκείνων που επικοινωνούν με τους Τουρκοκύπριους, συνεργάζονται ή διαβουλεύονται μαζί τους, από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας μέχρι τον απλό άνθρωπο που συναντά Τουρκοκύπριους φίλους του. Όλοι αυτοί χρησιμοποιούν τη γλώσσα της συνεννόησης. Και όμως, το γλωσσάρι της διαίρεσης επιμένει. Ενδεικτικό κι αυτό υποταγής στα κελεύσματα των πιο φανατικών της κοινωνίας μας.

Δεύτερο: Σωστή η επισήμανση του συγγραφέα για την αυτονομία «της Κύπρου και του Κυπριακού ως αυτοτελούς ζητήματος» και ορθά προσθέτει «Το (γεγονός) ότι δεν υπάρχει κάποια κυπριακή μοναδικότητα, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει μια κυπριακή ιδιαιτερότητα που καθιστά το Κυπριακό ένα σύνθετο ζήτημα». Αποδοχή της αυτοδυναμίας του Κυπριακού οδηγεί και στην αποδοχή της κυπριακής ανεξαρτησίας και της αυτοδύναμης κρατικής της οντότητας. Σημαίνει ακόμη την αναγνώριση της πραγματικότητας, που δεν είναι άλλη από την ύπαρξη ενός πολυπολιτισμικού κράτους, κάτι που ακόμη δεν εννοήσαμε, αλλά που αποτελεί την προϋπόθεση για μια νέα εποχή μέσα στην Ιστορία πέραν από τους εθνικισμούς και τις μητέρες πατρίδες.

Τρίτη και τελευταία παρατήρηση: Η διαπίστωση ύπαρξης κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στην Ανατολική Μεσόγειο έβαζε μπροστά μας το δίλημμα: Προέχει η λύση του Κυπριακού και στη συνέχεια εκμετάλλευση, ή μονομερής εκμετάλλευση και παραμερισμός του Κυπριακού; Γύρω από αυτό το ερώτημα τοποθετήθηκαν η κυβέρνηση και οι πολιτικές δυνάμεις και ανάλογα με τις προτεραιότητες της κάθε πλευράς. Όσοι υποστήριζαν τη λύση, ήθελαν τους υδρογονάνθρακες μέσο για τη διευθέτηση του Κυπριακού. Υπήρχε ένας πλούτος που θα μπορούσε να ωφελήσει, μέσα σε πνεύμα συνεργασίας, όλες τις πλευρές εντός και εκτός Κύπρου. Ένα σχέδιο που θα μπορούσε ακόμη να συμπεριλάμβανε και την Τουρκία. Είναι πια σαφές ότι η προτεραιότητα στην εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων οδηγεί σε τακτική που μόνο ένταση και κρίση μπορεί να επιφέρει. Και για κάθε αντικειμενικό παρατηρητή είναι σαφές ότι μέσα σε κλίμα αντιπαράθεσης η αξιοποίηση είναι αν όχι αδύνατη, άκρως προβληματική. Η σύγκρουση συμφερόντων με την Τουρκία μας φέρνει αντιμέτωπους με νέα τετελεσμένα που ροκανίζουν την ήδη προβληματική δικαιοδοσία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Φυσικά έχουμε σύμμαχους που δεν θα ήθελαν την Τουρκία να ελέγχει πλήρως την Ανατολική Μεσόγειο. Όμως οι καταγγελίες και τα μέτρα που μας υπόσχονται είναι τέτοια που δεν αναιρούν τα τετελεσμένα. Το θέμα των υδρογονανθράκων όλο και πιο πολύ προβάλλει την προτεραιότητα της επίλυσης του πολιτικού μας προβλήματος.

Συμπερασματικά: Ο δρόμος που βρίσκεται μπροστά μας απαιτεί διευθέτηση του Κυπριακού. Παράκαμψη της λύσης μάς οδηγεί σε σταδιακή φθορά ή ακόμη σε μείζονα κρίση. Το παιγνίδι του «μικρομεγαλισμού» όπως εξελίχθηκε με την κυπριακή ΝΑΦΤΕΞ με πραγματικά πυρά, πριν λίγο καιρό και αργότερα με το διεθνές ένταλμα σύλληψης εμπλεκομένων στις διατρήσεις, αλλά και με τις αντιδράσεις που μεθοδεύσαμε στο διεθνή χώρο με τις διμερείς ή τριμερείς συνεργασίες με αποκορύφωμα τα μέτρα της ΕΕ, με τα οποία απειλούσαμε την Τουρκία, το μόνο που πέτυχαν είναι ν’ αποδείξουν ότι δεν είμαστε σε θέση ν’ αντιμετωπίσουμε την κατάσταση, που έχει κιόλας ξεφύγει από τον έλεγχό μας.

Και τελειώνω με το βιβλίο. Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που μου δόθηκε η ευκαιρία να το μελετήσω και να το συστήσω ολόψυχα ως ένα πολύ σημαντικό και πυκνό σε νοήματα βιβλίο. Ήρθε για να μείνει και να μας συντροφεύει όταν θέλουμε να εμβαθύνουμε στα πράγματα. Και ένα ακόμη χαρακτηριστικό: Είναι αποκαλυπτικό και δεν επιτρέπει κανενός είδους άλλοθι μπροστά στη διχοτόμηση που μας απειλεί, αν δεν έχει κιόλας εδραιωθεί.


****

*Από την παρουσίαση της 1ης έκδοσης του βιβλίου που έγινε στο Πανεπιστήμιο Κύπρου το καλοκαίρι του 2019. Από τότε το βιβλίο έχει περάσει στη 2η έκδοσή του και έχει μεταφραστεί και εκδοθεί επίσης στα τουρκικά (Baranga Publications,2020)και στα αγγλικά από τον εκδοτικό οίκο Palagrave Macmillan το 2020 με τον τίτλο «The normalisation of Cyprus’ partition among Greek Cypriots: political economy and political culture in a divided society».

** Ο Τάκης Χατζηδημητρίου υπήρξε ιδρυτικό μέλος του Σοσιαλιστικού Κόμματος ΕΔΕΚ, αντιπρόεδρος και βουλευτής του κόμματος. Είναι συγγραφέας πέντε βιβλίων πολιτικού προβληματισμού και επικεφαλής της ελληνοκυπριακής πλευράς από το 2008 στη δικοινοτική Τεχνική Επιτροπή για την διάσωση της Πολιτιστικής Κληρονομιάς.