1821: των ανταποκριτών μας

Αναφορές στην ελληνική επανάσταση από τον ευρωπαϊκό Τύπο του έτους 1821


του Νίκου Σκοπλάκη
Delacroix_-_Episode_from_the_Greek_War_of_Independence,_1856
Delacroix, Επεισόδιο από τον ελληνικό πόλεμο για την ανεξαρτησία

Οι ευρωπαϊκές εφημερίδες, που εκδίδονταν σε αγγλική, γαλλική ή γερμανική γλώσσα, αφιέρωναν ήδη από το 1820 εκτεταμένες αναλύσεις σε επαναστατικά κινήματα ή εξεγέρσεις στη Λατινική Αμερική, τη Νότια Ευρώπη και στα ανατολικά τμήματα της επικράτειας των Αψβούργων, που φαίνονταν να θέτουν σε κίνδυνο γενικότερες κατευθύνσεις οι οποίες είχαν επικρατήσει στη διεθνή πολιτική αμέσως μετά το 1815. Από τα τέλη Φεβρουαρίου μέχρι τα μέσα Μαρτίου αρχίζουν να ενσωματώνονται ειδήσεις για το κίνημα του Αλ. Υψηλάντη και για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Μολδοβλαχία. Μαζί με την ανησυχία για την κατάσταση στην Ισπανία, προστίθενται, μερικές εβδομάδες αργότερα, και αναφορές σε νέες επαναστατικές κρίσεις στον μακρινό Μοριά και τα νησιά του Αιγαίου πελάγους.

«Επιβεβαιώνεται ότι ο Μοριάς βρίσκεται σε κατάσταση γενικού ξεσηκωμού. Φαίνεται πως επικεφαλής των εξεγερμένων έχουν τεθεί δύο Έλληνες, οι οποίοι είχαν παραμείνει επί μακρόν στη Βιέννη, κι ότι διατηρούν άμεση επικοινωνία με τους Έλληνες των νησιών του Αρχιπελάγους», έγραφε το ημιεπίσημο όργανο των σκληροπυρηνικών μοναρχικών στο Παρίσι, η καθημερινή εφημερίδα Journal de Paris της 2ης Μαΐου 1821. Στο φύλλο της 9ης Απριλίου 1821, η ίδια εφημερίδα σημείωνε: «Επιστολές από την Κέρκυρα υποστηρίζουν ότι στα ελληνικά νησιά ξέσπασε μια επίφοβη εξέγερση, για την οποία, μάλιστα, είχε γίνει από πολύ καιρό πριν μυστική προπαρασκευή».

Εμπορικοί αντιπρόσωποι, ταξιδιώτες, έκτακτοι συνεργάτες των εφημερίδων σε γειτονικές περιοχές συντάσσουν τα δικά τους «ρεπορτάζ» σχετικά με τις καινούριες εστίες επαναστατικής κρίσης στο νοτιότερο άκρο των Βαλκανίων. Τέτοιες ανταποκρίσεις από την Κωνσταντινούπολη, τη Βιέννη και την Τεργέστη συνθέτουν το πρωτοσέλιδο άρθρο της εφημερίδας Journal des débats politiques et littéraires (η οποία διαβαζόταν τόσο από τους μετριοπαθείς μοναρχικούς όσο και από την αριστοκρατία του χρήματος), σχετικά με το ελληνικό ζήτημα, στο φύλλο της 3ης Μαΐου 1821:

«[…] Σύμφωνα με επιστολές της 22ης Μαρτίου από την Κωνσταντινούπολη, πολλές ελληνικές οικογένειες κατέφυγαν στα ελληνικά πλοία που έφτασαν στις 20 Μαρτίου, υπό ρωσική σημαία, από διαφορετικά σημεία του Αρχιπελάγους. Αλλά αυτή η άφιξη δεν είχε καμία εχθρική στόχευση, όπως κατ’ αρχάς εκτιμήσαμε. Αυτά τα πλοία δεν ήταν σε ικανό αριθμό για να καταλάβουν τον ναύσταθμο. […] Ωστόσο, υπάρχει πάντα ο φόβος για αιματηρές σκηνές, σε περίπτωση που η εξέγερση επεκταθεί στην Ελλάδα· και οι Έλληνες στην πρωτεύουσα είναι πάρα πολύ καταπτοημένοι. Μόλις μάθαμε στην Τεργέστη ότι ολόκληρη η χερσόνησος του Μοριά κήρυξε την ανεξαρτησία της στις 23 Μαρτίου. Προστίθεται ότι η αγγλική κυβέρνηση στην Κέρκυρα, που φοβάται, επίσης, εξέγερση στα Ιόνια νησιά, είχε προειδοποιήσει τον πασά του Μοριά ότι επρόκειτο να ξεσπάσει γενικευμένη εξέγερση στις 25 Μαρτίου στην επαρχία του».

Η εφημερίδα που απηχούσε αντιμοναρχικούς φιλελεύθερους, βοναπαρτικούς και αντικληρικαλιστές, Le Constitutionnel, journal du commerce, politique et littéraire, δημοσιεύει στο φύλλο της 22ης Μαΐου 1821 την ανταπόκριση ενός «ειδικού συνεργάτη» της στη Ζάκυνθο. Η ανταπόκριση είχε σταλεί στο Παρίσι στις 12 Απριλίου. Μεταξύ άλλων, αναφέρονται και τα εξής:

«Κάθε μέρα, η ελληνική επανάσταση εξαπλώνεται και παίρνει καινούρια δύναμη. […] Λέγεται πως ολόκληρος ο Μοριάς βρίσκεται τούτη τη στιγμή στα όπλα. Στην Πάτρα, η φωτιά που πυρπόλησε την πόλη συνέχισε να καίει επί τέσσερις ημέρες· κι ενόσω υψωνόταν ο σταυρός σε σύμβολο ανεξαρτησίας, έσφαζαν τους Τούρκους όπου τους έβρισκαν. Οι δύσμοιροι που είχαν καταφύγει στα ευρωπαϊκά προξενεία έτρεμαν κάθε στιγμή, μήπως και τους τραβήξουν έξω από εκεί. Τελικά, ύστερα από έξι μέρες κατά τις οποίες επικράτησε η πιο μεγάλη σύγχυση, το βράδυ της 6ης Απριλίου επέστρεψε στην πόλη ως προστάτης του ελληνικού πληθυσμού και πολέμιος των Τούρκων κατακτητών ο αρχιεπίσκοπος Γερμανός. Ο Γερμανός, ο οποίος είχε φύγει από την πόλη στις 30 Μαρτίου, είναι άνθρωπος προικισμένος με μεγάλη αποφασιστικότητα, γνωστός για τον πατριωτισμό του και για τις γνώσεις του. Αμέσως μετά την άφιξη του αρχιεπισκόπου, κοινοποιήθηκε σ’ ολόκληρη την πόλη η παρακάτω ανακοίνωση: “Σέβας στους κονσόλους, βοήθεια στους Χριστιανούς, θάνατον στους Τούρκους”. Στις 7 Απριλίου μάθαμε ότι οι εξεγερμένοι εξαπέλυσαν επίθεση στο φρούριο του Λεπάντο, τα μικρά Δαρδανέλια (sic). Στις 8 Απριλίου, πληροφορηθήκαμε πως κάποιος καλόγερος, ονόματι Γρηγοράς (1), κυρίευσε τον Ισθμό της Κορίνθου, ως επικεφαλής ενός στρατιωτικού σώματος 6.000 Χριστιανών, Ελλήνων και Αλβανών».

Μερικούς μήνες αργότερα, προς το τέλος του έτους, ένας άλλος ανταποκριτής, από την Τεργέστη και για την εφημερίδα Journal des débats politiques et littéraires αυτή τη φορά, παρατηρούσε μεταξύ άλλων:

«[…] Στην Ήπειρο, οι υποθέσεις των Ελλήνων και των Αλβανών συμμάχων τους παίρνουν μια ευνοϊκή τροπή. Αλλά το σχέδιο να οριστεί ένας μόνο στρατάρχης με διευρυμένες εξουσίες απέτυχε. Γι’ αυτόν τον σκοπό είχε επιλεγεί ο πρίγκιπας Μαυροκορδάτος, αλλά μέχρι τώρα τον έχουν αναγνωρίσει για αρχηγό τους μερικές μόνο φυλές Αλβανών με ελληνική συνείδηση και Σουλιωτών. Βρίσκεται ακόμα σε διαπραγματεύσεις με άλλες φυλές, μα αυτές οι διαπραγματεύσεις δεν έχουν προχωρήσει ιδιαίτερα» (2).

Η εφημερίδα Le Constitutionnel, journal du commerce, politique et littéraire, ωστόσο, διέθετε και ειδικό ανταποκριτή στην καρδιά του εξεγερμένου Μοριά. Επρόκειτο για κάποιον καλλιεργημένο και γαλλομαθή Έλληνα από την Καλαμάτα, ο οποίος έστελνε τις επιστολές με τις αναφορές του στο Παρίσι. Για παράδειγμα, στο φύλλο της 9ης Σεπτεμβρίου 1821, δημοσιεύεται σε περίοπτη θέση ανταπόκρισή του από τις 3 Αυγούστου. Ανάμεσα σε άλλα (λ.χ. ειδήσεις από τις πολεμικές επιχειρήσεις στην Πελοπόννησο και από το ναυτικό αγώνα στην Ύδρα και τη Σάμο), παρατίθεται σε πλήρη μετάφραση και ένα επίσημο έγγραφο:

«Σας μεταφέρω εδώ τη διαμαρτυρία της προσωρινής κυβέρνησής μας, της Μεσσηνιακής Γερουσίας, για τον Άγγλο πρόξενο στην Πάτρα, τον κύριο Φίλιπ Γκριν. Κατά τη στιγμή που ο πρόξενος της Γαλλίας, ο κύριος Πουκεβίλ, μεριμνούσε για την υπεράσπιση των ηλικιωμένων, των γυναικών και των παιδιών του χριστιανικού πληθυσμού αυτής της πόλης απέναντι στη μουσουλμανική αγριότητα, ο Άγγλος πρόξενος ήταν απασχολημένος με τα ιδιαίτερα συμφέροντά του στο εμπόριο και την κορινθιακή σταφίδα».

Μια άλλη ανταπόκριση του ίδιου προσώπου από την Καλαμάτα, με ημερομηνία 18 Σεπτεμβρίου 1821, δημοσιεύτηκε στην ίδια εφημερίδα στο φύλλο της 12ης Νοεμβρίου εκείνου του έτους· στην κατακλείδα του εκτενούς κειμένου του σημείωνε:

«Δεν μας λείπουν το θάρρος κι η αποφασιστικότητα· μα η τάξη, η οποία για αιώνες είχε εκδιωχθεί απ’ τα μέρη μας, δεν μπορεί να επιβληθεί αυτοστιγμεί· προχωράει βαθμιαία. Εν τέλει, όλοι οι λαοί που κάνουν το ξεκίνημά τους πρέπει να περάσουν από αυτά τα στάδια. Τούτο το θείο δώρο υπήρξε πάντα καρπός πολύχρονων προσπαθειών. Εντούτοις, μην πιστεύετε τα ψέματα που αραδιάζουν ορισμένες εφημερίδες, οι οποίες μεταβάλλουν την έλλειψη τάξης σε διχόνοια και σε αντιζηλίες δίχως όρια. Αυτοί οι αδέξιοι εχθροί μάς σκεπάζουν πολλές φορές με δόξα την οποία δεν αξίζουμε, βάζοντάς μας να υπερνικούμε εμπόδια και δυσκολίες που δεν συναντήσαμε. Γελάμε με οίκτο διαβάζοντας τις ψευδείς εκθέσεις τους. Η εφημερίδα Le Spectateur oriental, για παράδειγμα, από τον Μάιο παραδίδει την Ύδρα, τις Σπέτσες και τα Ψαρά στο φρένιασμα της πιο φοβερής διχοστασίας. Οι καημένοι! Μας παρουσιάζουν τις επιθυμίες τους για ειδήσεις!».

Η εφημερίδα Le Spectateur oriental, την οποία καταγγέλλει τόσο γλαφυρά ο Έλληνας ανταποκριτής του Constitutionnel, είναι μια οθωμανική εφημερίδα της Κωνσταντινούπολης η οποία εκδιδόταν στα γαλλικά (3). Παρόλο που μεταξύ των υπεύθυνων για την έκδοσή της συγκαταλέγονταν Γάλλοι, όπως ο Alexandre Blacque, η εφημερίδα δεν προωθούσε τη γαλλική πολιτική, αλλά χρησιμοποιούσε τη γαλλική γλώσσα για τη διάδοση των οθωμανικών θέσεων. Ωστόσο, μέσα στις υπερβολές και τις αποσιωπήσεις της, δεν στερούνταν αλήθειας οι αναφορές στο πραξικόπημα των προκρίτων της Ύδρας, στις 12 Μαΐου 1821, με το οποίο απομακρύνθηκε ο Αντώνιος Οικονόμου από την ανώτατη διοίκηση του νησιού. Επίσης, στην εφημερίδα παρουσιάζονται και γεγονότα, τα οποία δεν τύγχαναν προβολής από ανταποκριτές όπως ο γαλλομαθής Έλληνας από την Καλαμάτα. Για παράδειγμα, σε ένα δημοσίευμα του Spectateur oriental από τις αρχές Οκτωβρίου του 1821, διαβάζουμε τι συνέβη με τους Τούρκους που αιχμαλωτίστηκαν στη Μονεμβασιά, ύστερα από την άλωσή της στις 23 Ιουλίου:

«Τους επιβίβασαν σε τρία σπετσιώτικα πλοία, ώστε να μεταφερθούν στην Ασία μαζί με τα χρήματα και τ’ αγαθά τους, σύμφωνα με τους όρους παράδοσης του κάστρου [της Μονεμβασιάς]. Ενώ πλησίαζαν στη Σάμο, τούς άφησαν στη νησίδα Κασονήσι και, δίχως να λάβουν υπόψη ηλικία ή φύλο, τούς απογύμνωσαν απ’ όλα τα υπάρχοντά τους. Αφέθηκαν έρμαια της πείνας, κι οι Σαμιώτες, οι οποίοι δεν αισθάνονταν δεσμευμένοι από τους όρους παράδοσης της Μονεμβασιάς, επέμειναν ότι έπρεπε να τους σκοτώσουν όλους. Εκείνοι οφείλουν τη σωτηρία της γυμνής ζωής τους στον απεσταλμένο του γαλλικού προξενείου, τον Μπομφόρ. Ο Μπομφόρ πήγε μέχρι το Κασονήσι με αυστριακό πλοίο για να παραλάβει τους δυστυχείς αιχμαλώτους από τη Μονεμβασιά· κι αφού τους απέσπασε από τα χέρια των Ελλήνων με μεγάλο κόπο -και, μάλιστα, με κίνδυνο και της δικής του ζωής-, κατόρθωσε να τους μεταφέρει στις 19 Αυγούστου στη Scala Nuova» (4).

Όμως, σε μια συντηρητική και έντονα φιλοτουρκική αγγλική εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας, τη Liverpool Courier and Commercial Advertiser, στο φύλλο της 7ης Οκτωβρίου 1821 βρίσκουμε μια ανταπόκριση για τα οθωμανικά αντίποινα και τις τουρκικές αγριότητες στην περιοχή της Σμύρνης, κατά τις ναυτικές συγκρούσεις γύρω από τη Σάμο και τα μικρασιατικά παράλια τον Ιούλιο του 1821. Ανταποκριτής ήταν ένας Βρετανός αξιωματικός από το πλοίο Μεδίνα, το οποίο είχε ελλιμενιστεί στη Σμύρνη:

«Μόλις βγήκαμε στη στεριά την επόμενη μέρα, για να πάρουμε νωπό κρέας, είδαμε δύο Έλληνες που οι Τούρκοι τούς είχαν κρεμάσει, τους καημένους, μπροστά στην πόρτα του σπιτιού. Αυτοί οι δύστυχοι ήταν κρεμασμένοι μ’ ένα κοντό σκοινί, δεμένο στο μάνταλο της εξώθυρας· εκείνη την ώρα βρίσκονταν όρθιοι εκεί γύρω τρεις-τέσσερις Τούρκοι. Εδώ και λίγες μέρες είχαμε δει οχτώ πτώματα Ελλήνων να επιπλέουν κοντά στο πλοίο μας. Μερικές φορές, μέσα σε μία μόνο νύχτα, οι Τούρκοι σκότωναν ως και είκοσι Έλληνες. Κατά τη διάρκεια της παραμονής μας εδώ, οι Έλληνες πήραν από τους Τούρκους μια κορβέτα και δύο μπρίκια, ενώ έκαψαν ένα πολεμικό πλοίο και έξι μπρίκια στέλνοντας πυρπολητές».

Σε μια άλλη, γενικά φιλοτουρκική, γερμανική εφημερίδα, την Augsburger Allgemeine Zeitung, βρίσκουμε τη συνέντευξη ενός Δαλματού καπετάνιου ο οποίος στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1821 βρισκόταν στην Οδησσό. Ο καπετάνιος από τη Δαλματία αναφερόταν με ενθουσιασμό στον ελληνικό ναυτικό αγώνα τον Ιούλιο του ίδιου έτους και συστηνόταν ως «αυτόπτης μάρτυρας», μολονότι κάποιες από τις πληροφορίες που παρέχει είναι εξ ακοής κι όχι πάντα επιβεβαιωμένες· επίσης, με τον δικό του τρόπο, ανταποκρίθηκε στο ευρωπαϊκό ενδιαφέρον για την καπετάνισσα Μπουμπουλίνα και τον θρύλο της:

«Μόλις έμαθε η αμαζόνα Μπουμπουλίνα ότι ο πασάς της Αιγύπτου ήθελε να στείλει είκοσι πλοία στο Αρχιπέλαγος, ανέβηκε στο καράβι της και περιπολεί στα στενά της Ρόδου με τη συνοδεία 48 άλλων καραβιών που κυβερνά κι απ’ τα οποία 4 είναι δικά της».

Ήδη από το 1820, η αυστρο-ουγγρική αυτοκρατορία είχε να αντιμετωπίσει αναστατώσεις και ταραχές στα εδάφη της· επέμενε, έτσι, ακόμα περισσότερο στο να καταπνίγονται αμέσως τα επαναστατικά κινήματα κάθε είδους, προς το συμφέρον της τάξης και της εδαφικής της ακεραιότητας βεβαίως. Τις αυστριακές θέσεις και τις αυστριακές ανησυχίες εξέφραζε και η καθημερινή εφημερίδα Oesterreichischer Beobachter, η οποία εκδιδόταν από το 1810 στη Βιέννη. Ωστόσο, στα δημοσιεύματα της εφημερίδας υπήρχε η μέριμνα για την όσο δυνατόν αντικειμενικότερη καταγραφή και αποτύπωση των γεγονότων. Στο φύλλο της 13ης Μαΐου 1821, γινόταν αναλυτικά λόγος για τις οικονομικές επιπτώσεις της επανάστασης στο εμπόριο και την οικονομική ζωή της Κωνσταντινούπολης, σαφώς και υπό το πρίσμα των αυστριακών επιδιώξεων για εξασφάλιση οικονομικής σταθερότητας. Τον χειμώνα του 1821, η αυστριακή εφημερίδα έδινε ιδιαίτερη έμφαση στις ωμότητες που διαπράχθηκαν από την ελληνική πλευρά ύστερα από την άλωση της Τριπολιτσάς, στις 23 Σεπτεμβρίου:

«Η Τριπολιτσά κυριεύτηκε από τους Έλληνες, οι οποίοι κατέκοψαν τον πληθυσμό αυτής της δύστυχης πολιτείας εν στόματι ρομφαίας, ακόμα και τα γυναικόπαιδα» (5).

Όμως, το φύλλο της 2ης Δεκεμβρίου 1821 εκθέτει και όσα ακολούθησαν την είσοδο των Τούρκων στο Γαλαξίδι, επίσης στις 23 Σεπτεμβρίου του 1821:

«Ύστερα από μια ασθενική αντίσταση, η πόλη κυριεύτηκε και έγινε στάχτη. Όσοι από τους κατοίκους κατάφεραν να σωθούν, περιπλανιούνται αβοήθητοι στα γύρω βουνά».

Στην πρώτη σελίδα της 5ης Νοεμβρίου παρατίθενται όλες οι ειδήσεις και οι φήμες σχετικά με το τι απέγινε το σώμα του πατριάρχη Γρηγορίου Ε’ μετά τον απαγχονισμό του στις 10 Απριλίου 1821. Στο ίδιο φύλλο, πάντως, εκφράζονταν εμμέσως πλην σαφώς οι αυστριακές ανησυχίες και αντιλήψεις για τα τεκταινόμενα στην Πελοπόννησο:

«Πολλοί ξένοι τυχοδιώκτες έχουν αφιχθεί κιόλας στον Μοριά για να διδάξουν στους Έλληνες την τέχνη του πολέμου. Λέγεται, επίσης, πως στην Ύδρα έχουν παραληφθεί χρηματικές ενισχύσεις από άλλες χώρες. Αυτή η παροχή βοήθειας, όμως, δεν έχει καμία σχέση με τις ανάγκες του δύστυχου λαού και με τους κινδύνους που αντιμετωπίζει. Υπάρχουν εκείνοι που δεν έχουν γίνει παράτολμοι από την απελπισία και αντικρίζουν τρέμοντας το μέλλον (sic)· αναθεματίζουν τους πρωταίτιους του φοβερού εγχειρήματος, το οποίο θα έχει ως συνέπεια ανυπολόγιστες καταστροφές, ακόμα και στην απίθανη περίπτωση επιτυχίας του».

Αναφορές στο φιλελληνικό κίνημα
Από τις ευρωπαϊκές εφημερίδες του 1821 δεν θα μπορούσαν να λείπουν και ειδήσεις για την ανάπτυξη του φιλελληνικού κινήματος. Πρώτα απ’ όλα, η προσοχή στρεφόταν στους νεαρούς Έλληνες που εργάζονταν ή σπούδαζαν σε διάφορες πόλεις της δυτικής και κεντρικής Ευρώπης. Λ.χ., στην εφημερίδα Journal de Paris, στο φύλλο της 21ης Μαΐου 1821, δημοσιεύεται ανταπόκριση από τις 12 Μαΐου:

«Μας γράφουν από το Γκέτινγκεν ότι όλοι οι νεαροί Έλληνες που σπούδαζαν σε αυτή την πανεπιστημιούπολη έχουν πάρει τον δρόμο της επιστροφής στην πατρίδα τους».

Σε αρκετές περιπτώσεις, οι φιλελληνικές πρωτοβουλίες των νέων είχαν δυσμενή υποδοχή από τις αρχές ή τον κοινωνικό περίγυρο. Για παράδειγμα, στην εφημερίδα Neue Zürcher Zeitung, από τις 26 Σεπτεμβρίου 1821, διατυπωνόταν σύσταση προς τους φιλέλληνες νεαρούς Ελβετούς:

«Οι Έλληνες χρειάζονται άλλη βοήθεια από αυτή που θέλουν να τους δώσουν ορισμένοι ενθουσιώδεις θιασώτες της ελευθερίας, οι οποίοι δεν καταλαβαίνουν καν την ελληνική γλώσσα. Οι νεαροί Ελβετοί θα πράξουν πολύ καλύτερα με το να καθίσουν στην πατρίδα τους και να εκπαιδευτούν για να γίνουν χρήσιμοι πολίτες και θαρραλέοι υπερασπιστές της ελευθερίας της, εφόσον αυτή επρόκειτο ποτέ να απειληθεί».

Στις 30 Αυγούστου 1821, στην εφημερίδα Journal des débats politiques et littéraires, με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου του Φρανσουά Πουκεβίλ (François Pouqueville) «Ταξίδι στην Ελλάδα» («Voyage dans la Grèce»), ο συντάκτης του άρθρου εξέθετε με ενάργεια τις αντιπαραθέσεις για το ελληνικό ζήτημα εντός της γαλλικής κοινωνίας:

«Όλοι στο Παρίσι έχουν χωριστεί σε Έλληνες και σε Τούρκους· σε μια συζήτηση που οι συνέπειές της μπορεί να είναι πολύ σοβαρές, παρουσιάζουμε για επιχειρήματα τα συναισθήματα και για συγκεκριμένες γνώσεις τις επιθυμίες· βάλαμε τη γνώμη παντού όπου ήταν απαραίτητη η ενημέρωση. Μέσα στο χάος της κακής πολιτικής, ένα συγκεκριμένο φαινόμενο ξεχωρίζει: Κάποιοι μοναρχικοί ψήφισαν αντίθετα από τις αρχές τους και ορισμένοι φιλελεύθεροι έκαναν προβλέψεις που, σε τελική ανάλυση, αν πραγματοποιούνταν, τα αποτελέσματα δεν θα ήταν ευνοϊκά για την παράταξή τους, καθότι η επιτυχία των Ελλήνων δεν θα είχε για έπαθλο την ελευθερία. Προτού να διατυπώσουμε ευχολόγια, μου φαίνεται πως θα έπρεπε να αναρωτηθούμε προς όφελος ποιων θα απέβαιναν τα γεγονότα που αποτελούν αντικείμενα των ευχών μας».

Ωστόσο, στο φύλλο της 26ης Νοεμβρίου 1821, της ίδιας εφημερίδας, η υπόθεση της ελληνικής ανεξαρτησίας έμπαινε σε διαφορετική προοπτική, συνεξεταζόμενη με άλλες περιπτώσεις ευρωπαϊκών κρατών:

«Αν η τύχη συνεχίσει να ευνοεί τους Έλληνες, η εγκατάλειψή τους εκ μέρους των ευρωπαϊκών δυνάμεων θα μπορέσει να γίνει για εκείνους μέσο προς απόκτηση μιας πραγματικής ελευθερίας και μιας ολοκληρωμένης ανεξαρτησίας. Αν οι Ελβετοί χωρικοί ξεφορτώθηκαν τον ισχυρό αυστριακό ζυγό, αν οι Ολλανδοί ναυτικοί απαλλάχθηκαν από τον ζυγό των Ισπανών και οι καλλιεργητές της Αμερικής από τον ζυγό της Αγγλίας, τότε και οι Έλληνες θα κατορθώσουν εξίσου καλά να αποτινάξουν τον ζυγό των Τούρκων, τουλάχιστον σε ό, τι αφορά τον Μοριά, τα νησιά και την Ήπειρο, περιοχές στις οποίες η γεωγραφική κατάσταση είναι ευνοϊκή, κυρίως από αυτή την άποψη».

Εξάλλου, η ίδια η επαναστατική διαδικασία, που εξελισσόταν με ταχύτητα το 1821, έδινε πρωτόγνωρη αυτοπεποίθηση σε όσους και όσες συμμετείχαν, όπως προκύπτει κι από το απόσπασμα επιστολής του Παναγιώτη Μαλάμου από το Σούλι προς τον αδερφό του Γεώργιο· επιστολή την οποία είχε εξασφαλίσει και δημοσιεύσει ολόκληρη η εφημερίδα Le Constitutionnel, journal du commerce, politique et littéraire στην πρώτη σελίδα, στις 10 Ιουνίου 1821. Έγραφε, μεταξύ άλλων, ο πολεμιστής από το Σούλι:

«Τώρα, με τη βοήθεια του Θεού, ακόμα κι αν έρθει ο ίδιος ο σουλτάνος με όλη του την αυτοκρατορία, δεν τον φοβόμαστε πια, διότι έχουμε ψωμί και πολεμοφόδια για πολύ καιρό».

Σε μια επιφυλλίδα από την εφημερίδα Journal des débats politiques et littéraires, στις 13 Οκτωβρίου 1821, αναπτυσσόταν με ενάργεια εκείνο που είχε διατηρήσει μέχρι τότε την ισχύ των σουλτάνων – κι ενδεχομένως εκείνο που θα μπορούσε να την εγγυηθεί τελικά και στο μέλλον:

«Οι Οθωμανοί, όπως άλλοτε οι Ρωμαίοι, διαθέτουν το τραχύ αλλά στερεό και σίγουρο ένστικτο της κυριαρχίας. Το διαίρει και βασίλευε είναι ένα αξίωμα που γνωρίζει ακόμα και ο πιο χοντροκέφαλος πασάς να θέτει σε λειτουργία. Με εξαίρεση το κυρίαρχο εθνικό στοιχείο, όλα στην αυτοκρατορία είναι έριδα, διχοστασία και φθόνος. Οι Άραβες ξαφρίζουν τους Κόπτες, οι Έλληνες λεηλατούν τους Βλάχους, οι Εβραίοι προδίδουν τους Έλληνες και οι Αρμένιοι αποβλέπουν στην καταστροφή και των μεν και των δε. Μόλις οι Πελοποννήσιοι εξεγείρονται, ρίχνουν πάνω τους κάποιο αλβανικό στρατιωτικό απόσπασμα· όταν ο Αρναούτης είναι απείθαρχος, ο Πελοποννήσιος προελαύνει εναντίον του, μέσα στις ίδιες τις τουρκικές γραμμές. Συχνά ο Κούρδος αποσπά το χειροκρότημα του σουλτάνου, όταν κατερειπώνει το πασαλίκι της Βαγδάτης, και ο ίδιος σουλτάνος δεν εμποδίζει τη Βοσνία και τη Σερβία να συγκρουστούν για τα ποίμνιά τους, αρκεί κάθε επαρχία να πληρώνει τους φόρους προς τον σουλτάνο. Η θρησκεία προσφέρει ακόμα μία αιτία διχόνοιας και μάλιστα εντός των υποτελών πληθυσμών. Έτσι ο Αλβανός, αναλόγως με το αν είναι καθολικός, ελληνορθόδοξος ή μουσουλμάνος, αποφεύγει τους ίδιους τους συμπατριώτες του. Οι Έλληνες παπάδες στέλνουν στην κόλαση τους καθολικούς ιεραποστόλους, ο ιμάμης στέλνει στην κόλαση εξίσου τους ελληνορθόδοξους και τους καθολικούς, ενώ ο Δρούζος καταδικάζει στην κόλαση όλον τον κόσμο, κάνοντας πως υιοθετεί όλα τα δόγματα και όλες τις τελετουργίες. Αυτός ο πόλεμος όλων εναντίον όλων εξασφαλίζει τον σουλτάνο».


***

(1) Ο ανταποκριτής της εφημερίδας μεταφέρει λανθασμένα το όνομα του Γρηγορίου Δικαίου, δηλαδή του Παπαφλέσσα.

(2) Η ανταπόκριση είχε σταλεί στο Παρίσι στις 20 Νοεμβρίου 1821 και δημοσιεύτηκε στο φύλλο της 2ης Δεκεμβρίου, στην πρώτη σελίδα.

(3) Βλ. Gérard Groc και Ibrahim Caglar, La presse française de Turquie de 1795 à nos jours : Histoire et catalogue, Ισταμπούλ, Isis, 1985, σελ. 7 κ.ε.

(4) cala Nuova ή Echelle Neuve αποκαλούσαν οι ναυτικοί της Δύσης και οι Λεβαντίνοι το Κουσάντασι.

(5) Για τις περιγραφές της άλωσης της Τριπολιτσάς, αναλόγως με την τοποθέτηση κάθε εφημερίδας στο ελληνικό ζήτημα και με έμφαση στον γερμανόγλωσσο Τύπο, υπάρχει πλέον η συμβολή της Regine Quack – Manoussakis, «Nachrichten vom griechischen Kriegsschauplatz im Jahre 1821. Ihre Übermittlung und Verwendung in deutschsprachigen Zeitungen am Beispiel der Eroberung Tripolitsas durch die Griechen», στο: Anne-Rose Meyer (επιμ.), Vormärz und Philhellenismus, Μπίλεφελντ, Aisthesis, 2013, σελ. 129 – 150.