Η παραγωγική υποβάθμιση του ελληνικού καπιταλισμού

Η παραγωγική υποβάθμιση του ελληνικού καπιταλισμού

Το άρθρο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα Πριν στις 3 Μαρτίου 2024.

Επί δεκαπέντε έτη, από το 2008 μέχρι σήμερα, ο ελληνικός καπιταλισμός βρίσκεται σε διαδικασία υποβάθμισης, τόσο σε σύγκριση με ίδιο το παρελθόν του, όσο και έναντι των άλλων χωρών του αναπτυγμένου καπιταλισμού. Πριν από την μνημονιακή περίοδο, η Πορτογαλία και οι χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού, δηλαδή οι μισές περίπου από τις χώρες της ΕΕ, εμφάνιζαν χαμηλότερο προϊόν ανά κάτοικο σε σύγκριση με την Ελλάδα. Μετά, ήρθε η υποβάθμιση: η αγοραστική δύναμη του προϊόντος ανά κάτοικο (ΑΕΠ υπολογισμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να αντανακλά αγοραστική δύναμη συγκρίσιμη μεταξύ χωρών) στην Ελλάδα είναι χαμηλότερη από όλες ανεξαιρέτως τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η απόσταση της Ελλάδας από την Κύπρο είναι 28% προς τα κάτω ενώ το 2008 η αγοραστική δύναμη του ΑΕΠ ανά κάτοικο στις δύο χώρες ήταν παραπλήσια. Σε πολύ καλύτερη θέση από την Ελλάδα βρίσκονται όλες οι πρώην σοσιαλιστικές χώρες παρά το γεγονός ότι στη δεκαετία του 1990 υπέστησαν το μεγάλο σοκ για να μεταβούν από το παλιό καθεστώς στο νέο. Από την Πορτογαλία, που ήταν μια χώρα φτωχότερη από την Ελλάδα επί πολλές δεκαετίες, τώρα μας χωρίζει μια απόσταση 17% υπέρ της Πορτογαλίας.

Πώς φτάσαμε εκεί: Η καθίζηση της ελληνικής οικονομίας, όχι μόνο με κριτήριο το ΑΕΠ ανά κάτοικο, αλλά και με πολλούς ακόμα δείκτες, είχε βεβαίως ως σημείο εκκίνησης το 2008 και διήρκεσε έως το τέλος του 2013. Στην συνέχεια, όμως, δεν συνέβη ό,τι συνέβη τότε στις άλλες χώρες του ευρωπαϊκού νότου, στις οποίες αρκετά γρήγο η παραγωγή ξαναβρήκε την ανοδική της πορεία. Στην Ελλάδα, ο όγκος του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος παρέμεινε αμετάβλητος επί μία ολόκληρη πενταετία (από τον χειμώνα του 2013 έως το φθινόπωρο του 2017) (βλ. στο διάγραμμα). Η δε αναιμική ανάκαμψη των ετών 2017-2019 διακόπηκε από την πανδημία. Συνολικά κατά την περίοδο από τον χειμώνα του 2013 μέχρι την άνοιξη του 2021, το ΑΕΠ κυμαινόταν γύρω από ένα σταθερό επίπεδο που βρισκόταν 29% χαμηλότερα από ό,τι το 2008. Μόνο από το καλοκαίρι το 2021, η απόσταση αυτή μειώθηκε στο 23%. Επομένως, ακόμη και σήμερα, ο όγκος της παραγωγής στην Ελλάδα είναι μειωμένος έναντι του 2008, δεκαπέντε χρόνια μετά, κατά το 1/4. Η δε αύξηση του ΑΕΠ κατά το 2021-2023 οφειλόταν κατά κύριο λόγο στην μεγέθυνση της τουριστικής κίνησης διεθνώς, οφειλόταν δηλαδή σε έναν ευνοϊκό εξωτερικό παράγοντα που δεν έχει καμμία σχέση με τις ενδογενείς δυνάμεις του ελληνικού καπιταλισμού. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι όλες οι τουριστικές χώρες της Μεσογείου είχαν ωφέλη της ίδιας τάξης μεγέθους με την Ελλάδα.

Υπάρχει και χειρότερο: Η πτώση του όγκου παραγωγής και η διατήρησή του σε τόσο χαμηλά επίπεδα για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, έχουν προκαλέσει την κατακρήμνιση και της παραγωγικής ικανότητας της Ελλάδας, δηλαδή της μέγιστης παραγωγής που μπορούμε να πραγματοποιήσουμε εάν χρησιμοποιήσουμε πλήρως όλες τις μονάδες παραγωγής που διαθέτουμε, από τις μεγάλες επιχειρήσεις μέχρι τον τελευταίο αυτοαπασχολούμενο. Επομένως, η καταβαράθρωση του ΑΕΠ δεν σηματοδοτεί μόνο μια συγκυριακή επιδείνωση αλλά και μια μείωση της παραγωγικής βάσης του ελληνικού καπιταλισμού, η οποία δεν μπορεί να αντιστραφεί παρά μόνο σε βάθος χρόνου, με μεγάλη και επίμονη επενδυτική προσπάθεια σε μέσα παραγωγής. Η κατακρήμνιση της παραγωγής σηματοδοτεί μια δεκαπενταετή, καταστροφική διαδικασία αποδιάρθρωσης του παραγωγικού δυναμικού. Με μία λέξη, σηματοδοτεί την παρακμή της ελληνικής οικονομίας, με όλη την ένταση και το βάθος που μπορεί να φέρει αυτή η λέξη. Ο ελληνικός καπιταλισμός δεν έχει μόνο τις χειρότερες παραγωγικές επιδόσεις έναντι όλων των άλλων αναπτυγμένων χωρών, αλλά αποτελεί και μοναδική περίπτωση αναπτυγμένης χώρας η οποία, αφού έχει υποστεί καταστροφή, δεν έχει κατορθώσει επί δεκαπέντε ολόκληρα έτη μετά το 2008 να επαναφέρει τον όγκο του προϊόντος που παράγει στο αρχικό του επίπεδο.

Η καταστροφή και η συνεχιζόμενη παρακμή του ελληνικού καπιταλισμού, όμως, δεν μας αφορούν όλους με τον ίδιο τρόπο: Με την συνεχή αναδιανομή του εισοδήματος που πραγματοποιεί η αστική τάξη σε βάρος του κόσμου της εργασίας, εξασφαλίζει, μόνο για τον εαυτό της και για μια μερίδα εύπορης μικροαστικής τάξης, μια πλούσια, ελεύθερη και ανέμελη ζωή. Όσο για τους υπόλοιπους ας θυμηθούμε από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο ότι «η αστική τάξη είναι ανίκανη να παραμείνει άλλο κυρίαρχη τάξη της κοινωνίας (…) όταν δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσει στο σκλάβο της την ύπαρξη, ακόμα και μέσα στη σκλαβιά του». 

+ posts