Προσεγγίζοντας την ελληνική επανάσταση από την «άλλη πλευρά»

Προσεγγίζοντας την ελληνική επανάσταση από την «άλλη πλευρά»

Οι κύριες πηγές για την ιχνηλάτηση των οθωμανικών αντιδράσεων απέναντι στην Ελληνική Επανάσταση προέρχονται από α) έγγραφα που φυλάσσονται στο Οθωμανικό Αρχείο της Πρωθυπουργίας β) από τα έργα των οθωμανών χρονικογράφων της Πύλης και κυρίως του Şânî-Zâde και του Esad Efendi, οι οποίοι έζησαν την εποχή που ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση και γ) από τις αυτοβιογραφίες Οθωμανών που συμμετείχαν στα επαναστατικά γεγονότα.

Οι Οθωμανοί, παρά το γεγονός ότι γνώριζαν το περιεχόμενο της πολιτικής ορολογίας και τους στόχους των επαναστατημένων υπηκόων τους από τις κατασχεθείσες επιστολές μεταξύ των επαναστατημένων Ελλήνων και από προκηρύξεις που είχαν πέσει στα χέρια των αρχών και είχαν μεταφραστεί στα οθωμανικά τουρκικά (μεταξύ αυτών, η επαναστατική προκήρυξη Μάχου Υπέρ Πίστεως και Πατρίδος), δεν αξιολόγησαν την Επανάσταση ως ένα ριζοσπαστικό κίνημα το οποίο είχε στόχο να σπάσει τους δεσμούς με το παγιωμένο νομιμοποιητικό πλαίσιο εξουσίας.

Αυτό οφείλεται κατά πάσα πιθανότητα στο γεγονός ότι η νεωτερική ορολογία της Γαλλικής Επανάστασης ήταν γνωστή, αλλά δεν είχε καθιερωθεί στο πολιτικό λεξιλόγιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η οθωμανική διοίκηση γνώριζε τις ιδέες του γαλλικού ριζοσπαστισμού πριν από την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης, χάρη στην ενημέρωση που είχε από τους οθωμανούς πρεσβευτές που είχαν σταλεί σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες κατά τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου 1789 – 1821. Την περίοδο αυτή, νεωτερικές έννοιες όπως «έθνος» (millet), «πατρίδα» (vatan), «ελευθερία» (serbestiyet), «ανεξαρτησία» και «κοινοβούλιο» (meclis) εισήλθαν στο οθωμανικό πολιτικό λεξιλόγιο ή ανανοηματοδοτήθηκαν. Οπωσδήποτε το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης αποτέλεσε την αφορμή για την περαιτέρω επεξεργασία αυτών των ιδεών.

Οι Οθωμανοί χαρακτήρισαν το ελληνικό κίνημα της ανεξαρτησίας «εξέγερση» (isyan), «συνωμοσία» (fesad), «προδοσία» (hıyanet και ihanet), και «δοκιμασία/συμφορά» (fetret). Επίσης, περιέγραψαν τους επαναστατημένους Έλληνες, μιλέτι των Ρωμιών (Rum milleti), ταϊφέ των Ρωμιών (Rum tâ’ifesi) ζιμήδες (zimmi), αντάρτες (asiler), ληστές Ρωμιούς (eşkiya-yı Rum), ραγιάδες (reaya) και άπιστους (kefere, gavur) οι οποίοι εξεγέρθηκαν υπονομεύοντας τα θεμέλια του κράτους.[1]

Οι Οθωμανοί χαρακτήρισαν την επανάσταση των Ελλήνων καθολική εξέγερση των υπηκόων τους (milletçe, külleiyen, bir cümle isyan etmişler), οι οποίοι  είχαν εκπέσει στο καθεστώς των χαρμπήδων (όσων δηλαδή βρίσκονταν σε εμπόλεμη κατάσταση με την ισλαμική κοινότητα).[2] Την περίοδο εκείνη με τον όρο Rum milleti δεν υποδηλώνονταν μονάχα οι ελληνόφωνοι ορθόδοξοι της αυτοκρατορίας, αλλά όλοι οι σερβικής, βουλγαρικής, αλβανικής και αραβικής καταγωγής υπήκοοι της Πύλης, καθώς και οι τουρκόφωνοι χριστιανοί, οι οποίοι ανήκαν στον πνευματικό έλεγχο του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Το γεγονός ότι το μιλέτι των Ρωμιών ήταν διασπαρμένο σε όλη την επικράτεια της αυτοκρατορίας αποτελώντας «υπερτοπική» ομάδα, είχε οδηγήσει τους Οθωμανούς να σχηματίσουν την πεποίθηση ότι πρόκειται για γενικευμένη εξέγερση με θρησκευτικό και διακοινοτικό υπόβαθρο. Ο ίδιος ο σουλτάνος Μαχμούτ Β’ σε αυτοκρατορικό διάταγμα σχολίασε ότι: «Εδώ και χρόνια στο μυαλό του ρωμέικου μιλετίου υπάρχει μια μυστική συνωμοσία και όσοι έχουν κλίση προς τις ταραχές ενώθηκαν μυστικά και επιθυμούν να ανατρέψουν το Υψηλό Κράτος μου, που είναι ένα κράτος των πιστών του Μωάμεθ».[3]

Αναζητώντας τα αίτια της Επανάστασης

Αναζητώντας τα αίτια της επανάστασης, οι Οθωμανοί θεώρησαν πως αυτήν την είχε υποθάλψει η κακοδιοίκηση των τοπικών αξιωματούχων, η απομάκρυνση των σοφών αντρών από τις υποθέσεις τους κράτους[4] και η ολιγωρία των αξιωματούχων της οθωμανικής κυβέρνησης στην Πελοπόννησο να καταστείλουν το κίνημα των «αχάριστων» υπηκόων τους άμεσα.[5]

Επίσης, έκαναν λόγο για προαιώνια έχθρα του ρωμέικου μιλετίου εναντίον των μουσουλμάνων, την οποία υπέθαλψαν οι παπάδες, οι οποίοι ξεσήκωσαν τον όχλο των κοτζαμπάσηδων στην Πελοπόννησο και το ρωμέικο μιλέτι. Ο Σανί Ζαντέ στο έργο του έκανε λόγο για τα δημοτικά τραγούδια των «Ρωμιών» που μιλούσαν για «ελευθερία» και παρέθεσε χρησμούς και προφητείες μεσσιανικού χαρακτήρα, σημειώνοντας πως «Το ρωμέικο μιλέτι ξεσηκώθηκε με τη συμμετοχή των παπάδων, οι οποίοι παραποιώντας διάφορα συγγράμματα, διαστρεβλώνοντας τη σημασία αρχαίων εθίμων και διαδίδοντας φανταστικά πράγματα, όπως “Εμφανίστηκε άγγελος Κυρίου”, “Έφτασε στον Πατριάρχη μήνυμα από τον μελλοντικό κόσμο”, υποκίνησαν την εξέγερση».[6]

 Ο ίδιος χρονικογράφος, σε άλλο σημείο του έργου του, σημείωνε ότι «Επιδέξιοι δάσκαλοι που είχαν σπουδάσει στην Ευρώπη συγκεντρώθηκαν σε σχολεία στον Μοριά, στο Αϊβαλί, στη Σμύρνη, στη Σάμο, στη Βλαχία, στην Μολδαβία και στην Κωνσταντινούπολη και έκαναν λόγο για ελευθερία σε στεριά και θάλασσα, για ελληνικό κράτος (Devlet-i Yunan) και για την ιστορία της χώρας των Ρουμ (Rumiyan tevarihi)».[7]

Οι αναφορές λοιπόν σε δασκάλους με ευρωπαϊκή παιδεία που υποκίνησαν τους Ρωμιούς σε εξέγερση, φανερώνουν την παραδοχή ότι οι χριστιανοί υπήκοοι είχαν αρχίσει να ενστερνίζονται τις αξίες της Δύσης και να στρέφουν την πλάτη στον δικό τους κόσμο. Το γεγονός αυτό τους διαφοροποιούσε στα μάτια του κράτους ως ο «άλλος»,[8] και ο κίνδυνος απομάκρυνσής τους από την «οθωμανικότητα» ήταν πλέον ορατός.

Όσον αφορά στις εξωτερικές αιτίες της «εξέγερσης», η οθωμανική διοίκηση θεωρούσε ότι το ξέσπασμα της Επανάστασης είχε υποδαυλιστεί από τη Ρωσία, παρά το γεγονός ότι οι ρωσικές αρχές είχαν αποκηρύξει την Επανάσταση στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, αποστρατεύοντας τον ίδιο τον Υψηλάντη και ανακοινώνοντας ότι δεν πρόκειται να παρέμβουν στις εσωτερικές υποθέσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τις υποψίες των Οθωμανών σχετικά με τη ρωσική ανάμειξη ενίσχυσε το κλίμα «ρωσοφοβίας» που επικρατούσε στην οθωμανική πρωτεύουσα, έπειτα από τους πρόσφατους τότε ρωσο-τουρκικούς πολέμους.

Μέτρα για την καταστολή της Επανάστασης

 Αμέσως μετά το ξέσπασμα της επανάστασης πολλοί Φαναριώτες εκτελέστηκαν ή εξορίστηκαν, ενώ αρκετοί ρωμιοί επαρχιακοί πρόκριτοι φυλακίστηκαν.[9] Στη συνέχεια η οθωμανική κυβέρνηση αποφάσισε τον αποκλεισμό των Φαναριωτών από τις κρατικές υπηρεσίες και την απομάκρυνσή τους από τα διπλωματικά σώματα των πρεσβειών στο εξωτερικό, θεωρώντας τους αναξιόπιστους.[10]

Επίσης, οι οθωμανικές αρχές επιστράτευσαν την στρατιωτική βία. Θορυβημένος από την έκταση της Επανάστασης, ο σουλτάνος σε έγγραφό του με ημερομηνία 2 Ιουνίου 1821 σημείωνε ότι «το σύνολο του μιλετίου των Ρωμιών βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση […] Οι Ρωμιοί συνωμότησαν και επιτίθενται ενωμένοι στους μουσουλμάνους και τους σκοτώνουν. Στο ερώτημα, λοιπόν, αν είναι συμβατό με τη θρησκεία να λαφυραγωγούνται οι περιουσίες τους και να αιχμαλωτίζονται οι γυναίκες και τα παιδιά τους, η απάντηση είναι καταφατική και εκδόθηκε επί του ζητήματος φετβάς, βασιζόμενος στο Κοράνι».

Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να τονιστεί ότι η βία της κεντρικής κυβέρνησης δεν είχε στόχο τους άμαχους και τους πληθυσμούς που παρέμεναν πιστοί στην οθωμανική εξουσία. Μετά από την άσκηση υπέρμετρης βίας σε ορισμένες περιπτώσεις, η επίσημη εξουσία επιθυμούσε να προστατεύσει τους νομιμόφρονες χριστιανούς υπηκόους. Χαρακτηριστικά, όσον αφορά τη Σφαγή στη Χίο, ο Χιουσρέβ Πασάς, ο οποίος τον Μάιο του 1823 είχε διοριστεί αρχιναύαρχος του στόλου, σε συνομιλία του με έναν αυστριακό διπλωμάτη σημείωσε τα εξής:  «Κανένας δεν ξέρει καλύτερα από μένα την ανεπανόρθωτη ζημιά που προκαλέσαμε με την καταστροφή στη Χίο. Οι αυτουργοί είναι υπεύθυνοι μπροστά στον Αλλάχ και στον Αφέντη μας για το αίμα αθώων που έχυσαν χωρίς λόγο σε αυτήν την περίσταση».

Ο χρονικογράφος Έσαντ αναφερόμενος στο ίδιο γεγονός σημείωσε πως «Οι στρατιώτες είχαν καταληφθεί από την παράλογη ευφορία του μεθυσμένου και έφτασαν σαν ακρίδες στο νησί της Χίου. Εκεί παραβίασαν τους ιερούς κανόνες του κράτους και άρχισαν να λεηλατούν και να πυρπολούν τα χωριά της νήσου αυτής. Εξόντωσαν με σπαθί τους γεροντότερους και τους ηλικιωμένους ραγιάδες, ενώ τα νέα αγόρια και τις γυναίκες τις απέσπασαν με τη βία από τον τόπο τους και τις υποδούλωσαν. Στον στόλο που βρίσκονταν στη Χίο πούλησαν προς σαράντα – πενήντα γρόσια παλλακίδες και δούλους. Ακούστηκαν τότε διάφορες φήμες, ότι ο Βαχίτ Πασάς ήταν ξεκάθαρα στενοχωρημένος για το μεγάλο λάθος που έγινε».[11]

Ταυτόχρονα, ο Μαχμούτ Β’ ζήτησε με φιρμάνια την αποστολή βοήθειας από την ενδοχώρα της Ανατολίας σε περιοχές που μαίνονταν οι συγκρούσεις. Tα μικρασιατικά παράλια θεωρήθηκαν ζώνη υψηλού κινδύνου, λόγω της γειτνίασής τους με τα νησιά του Αιγαίου, και γι’ αυτόν το λόγο η φύλαξή τους ανατέθηκε σε μονάδες του Ναυτικού. Ένα ακόμα μέτρο που υιοθετήθηκε ήταν η διενέργεια ελέγχων σε πλοία που διέσχιζαν τα Στενά του Βοσπόρου με ρωσική σημαία, καθώς οι οθωμανικές αρχές είχαν πληροφορίες ότι αρκετά εμπορικά πλοία περνούσαν από τον Βόσπορο μεταφέροντας πολεμοφόδια και σιτηρά για τους επαναστατημένους Έλληνες.

Μία ακόμα απόφαση ήταν η άρση του δικαιώματος της οπλοκατοχής σε μη μουσουλμάνους υπηκόους και η κατάσχεση των όπλων τους.[12] Ταυτόχρονα αποφασίστηκε η κατάσχεση της περιουσίας όσων συμμετείχαν στην Επανάσταση.

Κατά το δεύτερο έτος της Επανάστασης, ο σουλτάνος επεξεργάστηκε το ενδεχόμενο μετεγκατάστασης μουσουλμανικών πληθυσμών στην Πελοπόννησο, και ειδικότερα σε περιοχές που είχαν ερημώσει ή εγκαταλειφθεί λόγω του πολέμου. Στους πληθυσμούς αυτούς είχε την πρόθεση να παραχωρήσει προς καλλιέργεια κτήματα και μέρος από τις περιουσίες των χριστιανών υπηκόων που είχαν δημευθεί.

Από τα μέτρα δεν θα μπορούσε να απουσιάζει η επιστράτευση της ιδεολογικής και πολιτικής ισχύος του Οικουμενικού Πατριαρχείου μεταξύ των ορθόδοξων υπηκόων του σουλτάνου. Έγγραφο αποδεικνύει ότι οι αξιωματούχοι της Πύλης κάλεσαν τον Πατριάρχη να «εργαστεί για να επανορθώσει την παρέκκλιση των υπηκόων του». Ο Πατριάρχης, ενεργώντας κατά πάσα πιθανότητα καθ’ υπόδειξη ή σε συνεργασία με τις οθωμανικές αρχές, εξέδωσε μακροσκελές κείμενο με το οποίο αφόριζε τον ηγεμόνα της Μολδαβίας Μιχαήλ Σούτσο, τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και την επανάσταση στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες.

Παρά τον αφορισμό των επαναστατημένων Ελλήνων από τον Γρηγόριο Ε’, ο σουλτάνος καταλόγισε στον Οικουμενικό Πατριάρχη την αποτυχία να αποτρέψει την «εξέγερση» των χριστιανών υπηκόων του, ενώ το γεγονός ότι και ο ίδιος καταγόταν από την Πελοπόννησο θεωρήθηκε επιβαρυντικό στοιχείο.[13]

Μετά από την εκτέλεση του Γρηγορίου Ε’, οι Οθωμανοί συνέχισαν να συνεργάζονται με το Πατριαρχείο έως το τέλος της Επανάστασης. Ο Έσαντ μας πληροφορεί ότι μετά την πτώση του Μεσολογγίου (11 Απριλίου 1826), οι «ληστές των Ρωμιών» είχαν πληροφορηθεί για την αμνηστία και τις εγγυήσεις για την ασφάλεια της ζωής και της περιουσίας που παρείχε το Υψηλό Κράτος. Οι Ρωμιοί της Εύβοιας, των Σαλώνων, των Τρικάλων, της Ναυπάκτου, της Αιτωλοακαρνανίας (Karlı-ili) και των όμορων καζάδων ζήτησαν από τον αρχιστράτηγο και διοικητή της Ρούμελης Μεχμέτ Ρεσίντ Πασά (τον γνωστό στις ελληνικές πηγές Κιουταχή) να μεσολαβήσει και να ζητήσει από το Πατριαρχείο να τους συγχωρέσει για τα παλαιότερα αμαρτήματά τους και να λύσει τον αφορισμό για όσους είχαν ορκιστεί να μην προδώσουν την επανάσταση.

Στη σχετική πατριαρχική εγκύκλιο που διανεμήθηκε στις μητροπόλεις αναφερόταν μεταξύ άλλων: «Για τη δίκαιη επιτήρηση όλων των ομάδων και των μιλετίων (tavaif ü milel) που ζουν στον κόσμο, είναι απαραίτητη η ύπαρξη του πατισάχ. Αυτόν τον ρόλο έχει ο παντοδύναμος, φιλεύσπλαχνος και στοργικός σουλτάνος Μαχμούτ Χαν. Σύμφωνα με τα δόγματα των Ευαγγελίων και τις συμβουλές των Αποστόλων, η υπακοή στον σουλτάνο και η αποχή από πράξεις απείθειας είναι απαραίτητη, και η εναντίωση του ταϊφέ των χριστιανών σε αυτόν είναι εναντίωση στο θέλημα του Θεού. Το Πατριαρχείο μας απεχθάνεται τις πράξεις εναντίωσης [στον σουλτάνο], τη συμμετοχή στην εξέγερση και τις ενέργειες που χαλάνε την καθεστηκυία τάξη και γι’ αυτόν το λόγο αφορίζει και ρίχνει το ανάθεμα σε αυτούς τους χριστιανούς».[14]

Ειδική μνεία πρέπει να γίνει και στα μη βίαια μέσα που χρησιμοποίησαν οι Οθωμανοί για την καταστολή της επανάστασης. Ο σουλτάνος εφάρμοσε  (1821, 1823) την πολιτική του «istimalet»,[15] της ανεκτικότητας δηλαδή και της παραχώρησης προνομίων στους υπηκόους, η οποία εφαρμοζόταν τακτικά σε περιοχές όπου είχε κατασταλεί μία εξέγερση.[16]

Σε ιδεολογικό επίπεδο, οι Οθωμανοί προσπάθησαν να κινητοποιήσουν τη μουσουλμανική μάζα, εκδίδοντας αρκετά φιρμάνια με τα οποία ζητούνταν από τους μουσουλμάνους να εγκαταλείψουν τον έκλυτο τρόπο ζωής και την πολυτέλεια, να αναπτύξουν δεσμούς αλληλεγγύης, όπως είχαν κάνει και οι εξεγερμένοι χριστιανοί, και να εξοπλιστούν.[17]

Όσον αφορά στην ανάμειξη των ευρωπαϊκών κρατών, οι Οθωμανοί απέρριπταν την παρέμβασή τους στις εσωτερικές υποθέσεις της αυτοκρατορίας και πίστευαν ότι οι επεμβάσεις των πρεσβευτών τους στην ελληνική υπόθεση «αντιτίθενται στο δίκαιο της ανθρωπότητας».[18] Σταδιακά άρχισαν να αντιλαμβάνονται την αγγλική και ρωσική διαμεσολάβηση στην ελληνική υπόθεση ως πράξη που είχε στόχο τον διαμελισμό των εδαφών τους,[19] ενώ ήταν ενήμεροι για τις δράσεις των ευρωπαίων φιλελλήνων (muhibbi Yunan) και για τα δίκτυα υποστήριξης που συγκροτήθηκαν προκειμένου να συνδράμουν την ελληνική υπόθεση.[20]

Οι συνέπειες της ίδρυσης του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους

Η Ελληνική Επανάσταση αποτέλεσε τομή στην ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία μετά από το καθεστώς ανεξαρτησίας που παραχωρήθηκε στην Ελλάδα με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου (3 Φεβρουαρίου 1830) κλήθηκε να διαχειριστεί το πλήγμα του ακρωτηριασμού της και της δημιουργίας ενός ανεξάρτητου έθνους-κράτους στις ως τότε «Καλά Προστατευόμενες Επαρχίες της». Τόσο η δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους όσο και η ένοπλη αντιπαράθεση με τον Μεχμέτ Αλί της Αιγύπτου προκάλεσαν σειρά στρατιωτικών, οικονομικών και διοικητικών μεταρρυθμίσεων. Η οθωμανική κυβέρνηση προσανατολίστηκε στην αναζήτηση ενός νέου μοντέλου διακυβέρνησης του κράτους, καθιστώντας αδήριτη την ανάγκη για την παραγωγή πολιτικών που θα εξάλειφαν φαινόμενα καταπίεσης και κοινωνικής αδικίας. Ταυτόχρονα, επιχείρησε να επιτύχει την ενσωμάτωση των μη μουσουλμανικών πληθυσμών στο κράτος, υπό νέους όρους, αξιοποιώντας την εμπειρία από την Ελληνική Επανάσταση κατά τη διάρκεια της προσπάθειάς της να κατασκευάσει το «δικό της οθωμανικό έθνος», από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.

[1] Ενδεικτικά, ΒΟΑ, C.DH. 134/6671, 1 Ramazan 1236 (2/6/1821) ΒΟΑ, ΗΑΤ 38453, χχ.

[2] Ahmet Özel, “Harbi”, TDVIA,16 (1997), σ. 112 – 114.

[3] BOA, MD, 239, 16/72, Απρίλιος-Μάιος 1821. Το έγγραφο δημοσιεύεται από τον Hüseyin Şükrü Ilıcak, A Radical Rethinking of Empire…, σ. 101.

[4] Şânî-Zâde Mehmet Atâ’ullah Efendi, Şânî-Zâde Târîhi, 1223 – 1237 (1808-1821), τ. 1, έκδ. Ziya Yılmazer, İstanbul 2008, σ. 1027.

[5] Ahmet Aydın, Mîr Yusuf Tarihi (Metîn ve Tahlil), αδημοσίευτη μεταπτυχιακή εργασία, Marmara Üniversitesi, İstanbul 2002, σ. 17.

[6] Şânî-Zâde, Şânî-Zâde Târîhi, σ. 1070.

[7]Şânî-Zâde, Şânî-Zâde Târîhi, σ. 1188.

[8]Edhem Eldem, “18. Yüzyıl ve Değişim, Cogito 19(1999), σ. 191.

[9] Hüseyin Şükrü Ilıcak, A Radical Rethinking of Empire: Ottoman State and Society during the Greek War of Independence (1821 – 1826), αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Harvard University, Cambridge, Massachusetts 2011, σ. 179-184.

[10] Christine Philliou, Biography of an Empire. Governing Ottomans in the Age of Revolution, Berkeley 2010, σ. 65 – 81.

[11] Mehmet Es’ad, Vakanüvis Es’ad Efendi Tarihi 1237-1241 / 1821-1826, έκδ. Ziya Yılmazer, Istanbul 2000, σ. 708.

[12] Şânî-Zâde, Şânî-Zâde Târîhi, σ. 1079.

[13] ό.π., σ. 1123.

[14] Mehmet Es’ad, Vakanüvis Es’ad Efendi Tarihi, σ. 642.

[15] BOA, HAT 10518, χχ.

[16] Mücteba İlgürel, “İstimalet”, TDVIA, τ. 20, İstanbul 2000, σ. 362 – 363.

[17] Hüseyin Şükrü Ilıcak, A Radical Rethinking, σ. 103-111.

[18] ΒΟΑ, HAT 39346-A, χχ.

[19] ΒΟΑ, HAT 17365, 29-12-1239 (25 Αυγούστου 1824).

[20] İdris Bayram, Osmanlı Arşiv Belgelerine Göre Yunanistan Devleti’nin Kurulmasında İngiltere’nin Rolü, αδημοσίευτη μεταπτυχιακή εργασία, Gazi Üniversitesi, Ankara 2008, σ. 105.