Τι συμβαίνει στο εσωτερικό του κινήματος;

Τι συμβαίνει στο εσωτερικό του κινήματος;

Στο βιβλίο με τίτλο, Στο εσωτερικό του κινήματος. Όψεις της ενδοκινηματικής ζωής στην Ελλάδα (Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2020), ο Δημήτρης Παπανικολόπουλος (σε συνεργασία με την/τους Αλίκη Κοσυφολόγου, Β. Ρόγγα και Κ. Γαλανόπουλο), επαναφέρει μια παραμελημένη συζήτηση στη μελέτη των κοινωνικών κινημάτων, η οποία αφορά στο τι συμβαίνει στο εσωτερικό τους, στον τρόπο δηλαδή με τον οποίο οι εσωτερικές πτυχές της κινηματικής ζωής επενεργούν στις εξωτερικές εκδηλώσεις της κινηματικής δράσης. Μάλιστα, τα κείμενα του εν λόγω βιβλίου δεν είναι απλά θεωρητικές επεξεργασίες, αλλά βασίζονται σε μεγάλο βαθμό τόσο σε συνεντεύξεις που έχουν συλλέξει οι συγγραφείς από ακτιβιστές και ακτιβίστριες των διαφόρων αριστερόστροφων κινημάτων όσο και στη μακροχρόνια συμμετοχή των ίδιων των συγγραφέων στις κινηματικές διαδικασίες, εφόσον υπήρξαν για πάρα πολλά χρόνια ταυτόχρονα ερευνητές/-τριες και ακτιβιστές/-στριες.

Βέβαια, σχεδόν πάντα εμφιλοχωρεί ο προβληματισμός σχετικά με το είναι κίνημα, επειδή πολλές φορές γίνεται η παρεξήγηση ή και κατάχρηση του όρου με το να ονομάζουμε κίνημα διάφορες κινήσεις ή κινητοποιήσεις. Ο Παπανικολόπουλος, στην Εισαγωγή, ξεκαθαρίζει με σαφήνεια τις διαφορές: «[…] κίνημα δεν συνιστούν ούτε δράσεις ολιγομελών ομάδων ούτε κάθε κινητοποίηση ή εφήμερη καμπάνια ούτε ζυμώσεις που λαμβάνουν χώρα χωρίς κανείς να ξέρει ή που δεν στοχεύουν σε καμία αλλαγή του υπάρχοντος. Μόνο οι συλλογικές δημόσιες αντιπαραθέσεις με τις αρχές (ή άλλους κοινωνικούς δρώντες) που διαρκούν (με τη βοήθεια οργανωτικών και ιδεολογικών ή ταυτοτικών δεσμών) και στοχεύουν σε κάποιες αλλαγές μπορούν να θεωρηθούν κινήματα». (σελ. 12)

Όμως, επειδή δεν υπάρχουν κινήματα σε συνεχή κίνηση, τίθενται τα εξής ερωτήματα: Τι ακριβώς συμβαίνει όταν το κίνημα βρίσκεται σε ύφεση; Υπάρχουν διεργασίες; Τι γίνεται στο «εσωτερικό του κινήματος»;

Η απάντηση που δίνεται στο βιβλίο είναι ξεκάθαρη: δεν θα ήταν δυνατό να υπάρχουν κινήματα αν ήδη από την προηγούμενη περίοδο δεν υπήρχαν οι αντίστοιχες συζητήσεις, εμπειρίες, κουλτούρες, άνθρωποι, ομάδες και οργανώσεις, και γενικά όλες εκείνες οι διεργασίες και υποδομές, οι οποίες εξασφαλίζουν τη συνέχεια των κινημάτων. Όπως επισημαίνει ο Παπανικολόπουλος, «Το εσωτερικό των κινημάτων είναι ένα εργαστήρι στο οποίο παράγονται και αναπαράγονται κινηματικοί πόροι και εξασφαλίζεται η κινηματική εγρήγορση. Είναι το ‘’συνεργείο’’ του κινήματος, όπου μετά από συζητήσεις και ζυμώσεις διορθώνονται ‘’λάθη’’ και δρομολογούνται αλλαγές». Με απλά λόγια, όλες οι εξωτερικές εκδηλώσεις των κινημάτων σχετίζονται, και σε κρίσιμο βαθμό εξαρτώνται, από τις εσωτερικές τους διεργασίες. Δηλαδή, οι κινηματικές δράσεις δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν χωρίς τις κινηματικές υποδομές.

Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε τέσσερα επιμέρους κεφάλαια, τα οποία πραγματεύονται διαφορετικές πτυχές της κινηματικής ζωής στην Ελλάδα κατά την δεκαετία 2008-2018 (τις έμφυλες διαστάσεις, το κίνημα των πλατειών, τις ιδεολογικές αντιπαραθέσεις μεταξύ ρεφορμισμού και ριζοσπαστισμού και τις καταλήψεις χώρων). Για όσους/-ες εμπλέκονται με τις κινηματικές δράσεις, μπορεί να είναι κάτι οικείο, όμως η περιοδολόγηση της εσωτερικής ζωής των κινημάτων δεν είναι καθόλου εύκολο εγχείρημα σε σχέση με την καταγραφή των κινητοποιήσεων. Και εδώ έγκειται η πρόκληση και το ενδιαφέρον του βιβλίου. Βέβαια, έχει ένα επιπρόσθετο ενδιαφέρον. Και αυτό δεν είναι άλλο από το γεγονός πως όλα τα κείμενα αναφέρονται στις ενδοκινηματικές σχέσεις ενός ευρύτερου χώρου, ο οποίος περιλαμβάνει και αυτούς των αριστερών, και των αναρχικών, και των συνδικαλιστών.

Ας δούμε τώρα, εν τάχει, τα επιμέρους κεφάλαια. Το πρώτο κείμενο, το οποίο έχει συγγράψει ο Παπανικολόπουλος με την Αλίκη Κοσυφολόγου, αναμετράται με το εξής ερώτημα: Οι παραδοσιακοί έμφυλοι ρόλοι, τελικά αλλάζουν ή αναπαράγονται στο πλαίσιο του κινήματος; Όπως φάνηκε, τα οργανωτικά καθήκοντα ναι μεν μοιράζονται, όμως με έναν τρόπο που αναπαράγει σε κρίσιμο βαθμό τον οικιακό καταμερισμό εργασίας και τα διάφορα κοινωνικά στερεότυπα, τα οποία εξακολουθούν να είναι βαθιά ριζωμένα στο κοινωνικό σώμα. Οι ηγετικοί ρόλοι αποδίδονται κυρίως στους άντρες, ωστόσο η παρουσία των γυναικών είναι πλέον αισθητή στο επίπεδο ακριβώς κάτω από τη μονοπρόσωπη ή ολιγοπρόσωπη ηγεσία. Οι γυναίκες διεκδικούν τον χώρο που τους ανήκει στην προφορική επικοινωνία, γράφουν όμως αισθητά λιγότερο από τους άντρες. Σίγουρα πάντως μιλούν και γράφουν με μεγαλύτερη συγκράτηση και αναστοχαστικότητα. Στις μαχητικές δημόσιες διαμαρτυρίες είναι παρούσες σε ίσους αριθμούς, όχι όμως και στις συγκρούσεις με την αστυνομία ή σε παρακινδυνευμένες ενέργειες. Δεν λείπουν, όμως, πλέον ούτε από εκεί. Τα περιστατικά της έμφυλης βίας εντός των οργανωμένων κινηματικών χώρων αντιμετωπίζονται με πρόθεση να προστατευθεί κυρίως το θύμα. Τέλος, στις καμπάνιες αλληλεγγύης στους μετανάστες ή στους πληττόμενους από την κρίση συμπολίτες μας, καθώς και στις κινητοποιήσεις για την υπεράσπιση του κοινωνικού κράτους, οι γυναίκες συμμετέχουν μέχρι και σήμερα πρωταγωνιστικά. Επομένως, γίνεται σαφές πως οι έμφυλοι ρόλοι και τα στερεότυπα αμφισβητούνται, τη στιγμή όμως που αναπαράγονται με μειωμένη ισχύ.

Το δεύτερο κείμενο, το οποίο συνυπογράφει ο Παπανικολόπουλος με τον Βασίλη Ρόγγα, αναφέρεται στο «κίνημα των πλατειών» στην Ελλάδα και στις αντίστοιχες Λαϊκές Συνελεύσεις που υπήρξαν κατά τη διάρκειά του. Οι συγγραφείς ισχυρίζονται πως οι όποιες αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες υπήρξαν, ομάδες εργασίας, καθώς και ο συντονισμός με άλλους κοινωνικούς φορείς (π.χ. συνδικάτα), δεν θα μπορούσαν να εξασφαλιστούν χωρίς τη μαζική παρουσία και δράση της «κινηματικής κοινότητας», δηλαδή των μελών των αριστερών και αναρχικών οργανώσεων, καθώς επίσης των διαφόρων ομάδων και δικτύων οι οποίοι είναι φορείς των κινηματικών δεξιοτήτων. Και αυτή η εμπειρία προήλθε από την προηγούμενη συμμετοχή τους σε κινήσεις, διαμαρτυρίες, συνδικαλιστικούς αγώνες, καμπάνιες και κοινωνικά κινήματα (π.χ. από τις φοιτητικές κινητοποιήσεις ενάντια στη κατάργηση του άρθρου 16 του Συντάγματος που υπερασπίζεται τη δημόσια πανεπιστημιακή εκπαίδευση μέχρι την εξέγερση της νεολαίας τον Δεκέμβρη του 2008). Όλο αυτό το δυναμικό αποτέλεσε την «οργανωτική ραχοκοκαλιά» και τη μονάδα καθοδήγησης των διαμαρτυριών του «κινήματος των πλατειών», την «κρυφή» του ηγεσία, αν και υπήρχαν τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά όρια που περιόριζαν αυτούς τους ηγετικούς ρόλους, μιας κατά τα άλλα αδιαμεσολάβητης κινηματικής έκρηξης.

Το τρίτο κείμενο, που είναι του Δ. Παπανικολόπουλου, εστιάζει στις ενδοκινηματικές ιδεολογικές αντιπαραθέσεις μεταξύ ριζοσπαστών και ρεφορμιστών, οι οποίες, όπως ο ίδιος επισημαίνει «είναι ενδημικές και απολύτως καθοριστικές για τη διαμόρφωση των συλλογικών και ατομικών πολιτικών προσανατολισμών, καθώς και των αντίστοιχων συμμαχιών». Μάλιστα, τα μοτίβα των αντιπαραθέσεων που επελέγησαν για ανάλυση είναι η Ρώσικη Επανάσταση, ο Μάης του 1968 και η σύγκρουση Ελλάδας-ΕΕ το 2015. Ποιο είναι, όμως, το στοιχείο που διαφοροποιεί τους ριζοσπάστες από τους ρεφορμιστές, όταν και οι δύο, στο εσωτερικό του κινήματος, διατείνονται ότι ο βασικός-στρατηγικός στόχος είναι ο σοσιαλισμός; Η βασική διαφορά είναι ότι οι ριζοσπάστες υιοθετούν τόσο ριζοσπαστικούς στόχους όσο και μέσα πάλης, στο «εδώ και τώρα», με τη «χρήση ενός παρεμποδιστικού ή βίαιου ρεπερτορίου», χωρίς να αναγνωρίζουν εμπόδια μεταξύ της επιθυμίας τους και της επιδιωκόμενης αλλαγής. (Λένιν, σελ. 150-151 του βιβλίου). Αντίθετα, οι ρεφορμιστές επιδιώκοντας μόνο μεταρρυθμίσεις, κατηγορούν τους ριζοσπάστες ότι δεν βλέπουν τους περιορισμούς και τα εμπόδια, και έτσι δικαιολογούν τις προτάσεις τους, οι οποίες στο τέλος καταλήγουν να είναι μόνο για τη βελτίωση του συστήματος. (σελ. 115-116, 141).

Η αλήθεια είναι ότι οι ρεφορμιστές πατούν πάνω στο έδαφος της συνείδησης της εργατικής τάξης, η οποία κατά βάση είναι ρεφορμιστική. Από την άλλη, το γεγονός ότι η πλειονότητα των εργαζομένων δεν ήθελε τις περιπέτειες του σοσιαλισμού, είχε ως αποτέλεσμα και τις συνεχείς μετατοπίσεις της σοσιαλδημοκρατίας (κατεξοχήν εκπροσώπου του ρεφορμισμού) προς τα δεξιά, με συνέπεια να νικηθεί σταδιακά από τον νεοφιλελευθερισμό. (σελ. 145, 148, 155, 157)

Βέβαια, το γεγονός ότι η εργατική τάξη είναι από τη φύση της ρεφορμιστική, με την έννοια ότι θέλει ταυτόχρονα και «μια εργασία χωρίς εκμετάλλευση και μια μικροαστική ζωή εκτός εργασίας», ή «κάτι περισσότερο από μια αύξηση μισθού, αλλά όχι και αυτοδιαχείριση» (σελ. 157), δείχνει ότι η εργατική τάξη ξέρει συνήθως τι δεν θέλει και όχι τι θέλει. Εξάλλου, πάντα έτσι ήταν. Εδώ, όμως, εναπόκειται ο ρόλος της πρωτοπορίας ή του κόμματος ως «συλλογικού διανοούμενου», που θα διαμορφώσει και θα προβάλει τόσο ένα εναλλακτικό πρόγραμμα όσο και να λειτουργήσει επιμορφωτικά στην εργατική τάξη. Και αυτή είναι η βασική ευθύνη της ηγεσίας και των κομμάτων: να τολμήσουν να προτείνουν και ταυτόχρονα να εντείνουν την προσπάθειά τους να πείσουν, αντί «να μπαίνουν στον πειρασμό να μετατρέψουν τον αγώνα τους σε βεντέτα με τους εκπροσώπους της εξουσίας». (σελ. 166) Και εδώ ακριβώς εναπόκεινται οι ευθύνες του ΣΥΡΙΖΑ, κατά τη διάρκεια διακυβέρνησης του πρώτου εξαμήνου του 2015, αλλά και τα αμέσως επόμενα χρόνια. Δεν ανέλαβε την προσπάθεια να διαπαιδαγωγήσει την κοινωνία, να οργανώσει τα επιμέρους κινήματα, να διαμορφώσει συσχετισμούς στην κοινωνία των πολιτών, να  δίνει τα περιθώρια στα μέλη να συμμετέχουν στη διεύθυνση του κόμματος, να κάνει έκκληση στην κοινωνία να μπει στο κόμμα για να συνδιαμορφώσει την πολιτική του, αλλά μπήκε στον πειρασμό μόνο της διαχείρισης της εξουσίας. Δεν μπήκε, όμως, στον πειρασμό να λειτουργήσει ανταγωνιστικά προς το καπιταλιστικό σύστημα και να επιφέρει δυσλειτουργίες στο αστικό κράτος, ως ο μόνος τρόπος να μην αφομοιωθεί από αυτό, δίνοντας και ένα μήνυμα στην κοινωνία ως προς τις προθέσεις του. Η συνέπεια ήταν να μη φτάσει ποτέ σε ριζοσπαστικές τομές και ανατροπές παρά μόνο στο να γίνει ένας καλός διαχειριστής του συστήματος. Αν προσπαθούσε να στραφεί στο κίνημα, πιθανόν να ξεπερνιούνταν η κούραση και η λογική της ανάθεσης. (σελ. 175). Βέβαια, τα πράγματα είναι πάντα πολύ πιο σύνθετα. (σελ. 176) Όμως, πάντα έτσι ήταν. Παρ’ όλα αυτά, είναι και ζήτημα επιλογών. Χωρίς να μπορούμε να προδιαγράψουμε το αποτέλεσμα, όσον αφορά τις διαθέσεις της κοινωνίας για συμμετοχή ή ανάθεση, εντούτοις το μόνο σίγουρο είναι ότι η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ δεν προσπάθησε να κάνει τίποτα από τα παραπάνω. Σαφώς δεν μπορεί να παραγνωριστεί ο εσωτερικός συσχετισμός δύναμης, η ήττα του εργατικού κινήματος από το 2012, η λογική της ανάθεσης, η υποχώρηση των ιδεών της Αριστεράς, ο δυσμενής διεθνής συσχετισμός κ.λπ. Όμως, από την άλλη, η συνεχής δικαιολόγηση των εμποδίων, καλοπροαίρετα ή μη, έχει συνέπεια να σχετικοποιείται η συμβιβαστική στάση του ΣΥΡΙΖΑ.

Εδώ, βέβαια, τίθεται το θέμα των συμβιβασμών. Είναι, τελικά, αναγκαίοι; Θεωρώ πως είναι, με την προϋπόθεση να ξέρουμε ότι αυτοί αξιοποιούνται προκειμένου να ανεβαίνει συνεχώς το πολιτικό επίπεδο των δυνάμεων της εργασίας και γενικά των κινηματικών δυνάμεων, να ενισχύεται και να σταθεροποιείται η θέση τους, να ανοίγονται συνεχώς ρωγμές στους αντιπάλους, να λέμε την αλήθεια, και να μην χάνεται ο τελικός στόχος, που είναι ο σοσιαλισμός.

Στη βάση αυτή μπορούμε να δούμε αν η Αριστερά χρειάζεται να αναλάβει την κυβερνητική εξουσία. Πάλι, εδώ, τίθενται μια σειρά ερωτήματα: «Μήπως, τελικά, η Αριστερά δεν πρέπει να αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση της χώρας; Μήπως θα έπρεπε ο ΣΥΡΙΖΑ να αποχωρήσει από την κυβερνητική εξουσία; Και αν γινόταν κάτι τέτοιο, δεν θα δικαίωνε την άποψη ότι η Αριστερά δεν κάνει για την εξουσία; Και σάμπως μια τέτοια αποχώρηση δεν θα ήταν εξίσου ιστορική ήττα, εφόσον θα σήμαινε ότι δεν ξέρει να υπηρετεί τον κόσμο;». (σελ. 172)

Απεναντίας, θεωρώ ότι η Αριστερά χρειάζεται να αναλαμβάνει την κυβερνητική εξουσία, όμως με μία προϋπόθεση: δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να οριστεί ως απλός διαχειριστής των αστικών υποθέσεων. Αντίθετα, θα πρέπει πολύ γρήγορα να βρει για κέντρο βάρους της τις οργανώσεις δυαδικής εξουσίας, προωθώντας τις λαϊκές συνελεύσεις, τα συνοικιακά συμβούλια, τα συμβούλια εργαζομένων που θα ασκούν εργατικό έλεγχο στην παραγωγή κ.λπ., καθώς νέες μορφές κοινωνικής οικονομίας στο πλαίσιο ενός σχεδιασμένου δημοκρατικού προγραμματισμού. Στην αντίθετη περίπτωση, μια κυβέρνηση στης Αριστεράς είτε θα βουλιάξει είτε θα γίνει όμηρος των αστικών θεσμών.[1] Το σημείο αυτό είναι αποφασιστικής σημασίας, όπως επισημαίνει ο Αλτουσέρ. Διότι ένα κόμμα της Αριστεράς (Κομμουνιστικό Κόμμα, έλεγε ο Αλτουρέρ) «δεν μπορεί ποτέ να μπει στην κυβέρνηση ενός αστικού κράτους […] για να ‘’διαχειριστεί’’ τις υποθέσεις του αστικού κράτους. Μπαίνει στην κυβέρνηση, μόνο για να δυναμώσει τον ταξικό αγώνα και να προετοιμάσει την ανατροπή του αστικού κράτους […] Διότι το να είναι ‘‘κόμμα διακυβέρνησης’’ σημαίνει να είναι ένα κρατικό κόμμα».[2]

Το τέταρτο κείμενο, το οποίο έχει συγγράψει ο Παπανικολόπουλος με τον Κ. Γαλανόπουλο, αναφέρεται στις καταλήψεις χώρων, ιδιαίτερα από τον αναρχικό χώρο. Το ενδιαφέρον αυτών των πρακτικών είναι ότι μετατρέπονται σε «εργαστήρια» τα οποία προβάλλουν μια μελλοντική εναλλακτική κοινωνία (αντιιεραρχική, αυτοοργανωμένη, αντιεμπορευματική, συμμετοχική με ισότητα). Ως νησίδες συλλογικού βίου λειτουργούν με βάση το παράδειγμα, την προσωπική δέσμευση, τη συλλογικότητα, τις οριζόντιες διαδικασίες, την ακτιβίστικη δράση, την αλληλεγγύη στις πληττόμενες κοινωνικές ομάδες, ενώ ταυτόχρονα έχουν πλούσια εσωτερική ζωή (συζητήσεις, εκδηλώσεις, κινηματογραφικές προβολές, δανειστική βιβλιοθήκη, ανοιχτότητα, ψυχαγωγία κ.λπ.). Επί της ουσίας, η κατάληψη εκφράζει «την αντίληψη αλλά και τη δυνατότητα για μια ζωή διαφορετική, απέναντι και ενάντια στα επιβαλλόμενα από τις εξουσίες πρότυπα καθημερινού και πολιτικού βίου». (σελ. 213) Είναι ένας βίος ταυτόχρονα συλλογικός, παιδαγωγικός, παραδειγματικός και πολιτικός (σελ. 213-214). Όμως, όπως επισημαίνουν οι συγγραφείς, συχνά η πολιτική αντιπαράθεση απορροφά τέτοιου είδους εγχειρήματα, με κίνδυνο να αμεληθεί ο προεικονιστικός χαρακτήρας τους.

Τελειώνοντας, να πούμε ότι το εν λόγω πόνημα είναι μια ενδιαφέρουσα προσπάθεια η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει τον πυροδότη γι’ αυτά τα ζητήματα, να κινήσει το ενδιαφέρον, και να ανοίξει τη συζήτηση για τα θέματα που διέπουν τις πτυχές της εσωτερικής ζωής των κινημάτων. Είναι μια ενδιαφέρουσα προσπάθεια η οποία, όσο και αν κάποιος/-α διαφωνεί με επιμέρους πλευρές των προσεγγίσεων, εντούτοις αυτές οι διαφωνίες είναι στο πλαίσιο αυτού που επιχειρεί να περιγράψει το εν λόγω βιβλίο: της εσωτερικής ζωής των κινημάτων και των ενδοκινηματικών σχέσεων. Και αυτή είναι η επιτυχία του.

[1] Για περισσότερα δες F. Sabado, Για την επαναστατική στρατηγική σήμερα, εκδόσεις Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2006, σελ. 42.

[2] Λ. Αλτουσέρ, «Σημείωση σχετικά με τους Ιδεολογικούς Μηχανισμούς του κράτους (ΙΜΚ)», περιοδικό Θέσεις, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1987, τεύχος 21, σελ. 44.